Τρίτη 12 Απριλίου 2016

                                  Αριστοτέλης



Ο Αριστοτέλης ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και πολυεπιστήμονας, γιος του Νικομάχου, ο οποίος πέθανε νωρίς και την κηδεμονία του, την ανέλαβε ο Πρόξενος από τον Αταρνέα. Σε ηλικία 17 ετών εισέρχεται στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα, και παραμένει εκεί έως τα 37 του έτη και συνδέεται τόσο με τον ίδιο τον Πλάτωνα, όσο και με τον Εύδοξο, τον Ξενοκράτη και άλλους στοχαστές. Τα έργα του αναφέρονται σε πολλαπλά είδη επιστημών, όπως φυσική, βιολογία, ζωολογία, μεταφυσική, λογική, ηθική, ποίηση, θέατρο, μουσική, ρητορική, πολιτική κ.ά, τα οποία συνιστούν το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα στη Δυτική Φιλοσοφία. Η περίοδος της ωριμότητας αρχίζει με τις βιολογικές έρευνες και τα συμπεράσματά του είναι η πρώτη συστηματοποίηση των βιολογικών φαινομένων στην Ευρώπη.Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, φεύγει από την Αθήνα και κατόπιν εντολής του Φιλίππου, αναλαμβάνει το 343 π.Χ./42 τη διδασκαλία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα: «ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος γνήσιος επιστήμονας στην ιστορία... και κάθε κατοπινός επιστήμονας του οφείλει κάτι»
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το έτος 384 π.Χ. στα Αρχαία Στάγειρα της Χαλκιδικής, 55 χιλιόμετρα, ανατολικά, από τη σημερινή Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ΄, τον οποίο είχε πατέρα ο Φίλιππος. Ο Νικόμαχος, που κατά το Σουίδα είχε γράψει έξι βιβλία ιατρικής και ένα φυσικής, θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού. Η μητέρα του Φαιστιάδα καταγόταν από από τη Χαλκίδα και ανήκε κι αυτή, όπως και ο πατέρας του, στο γένος των Ασκληπιαδών. Το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη, εν μέρει, για τη βιολογία, το απέκτησε από τον πατέρα του, καθώς οι Ασκληπιάδες, συνήθιζαν, να διδάσκουν στα παιδιά τους, από νεαρή ηλικία, ανατομία, λέγεται, επίσης, ότι ο Αριστοτέλης ενίοτε βοηθούσε και τον πατέρα του, όταν ήταν μικρός.
Ο Αριστοτέλης πρόωρα ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα και την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος, που ήταν εγκαταστημένος στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος, που φρόντισε τον Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον έστειλε στην Αθήνα σε ηλικία 17 ετών (367 π.Χ.), για να γίνει μαθητής του Πλάτωνα. Πράγματι, ο Αριστοτέλης σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα επί 20 χρόνια (367 - 347), μέχρι τη χρονιά δηλ. που πέθανε ο δάσκαλός του. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας άφηνε κατάπληκτους όλους και τον ίδιο το δάσκαλό του, με την ευφυΐα και τη φιλοπονία του. Ο Πλάτωνας τον ονόμαζε "νουν της διατριβής" και το σπίτι του "οίκον αναγνώστου".
Όταν το 347 π.Χ. πέθανε ο Πλάτωνας, προέκυψε θέμα διαδόχου στη διεύθυνση της σχολής. Επικρατέστεροι για το αξίωμα ήταν οι τρεις καλύτεροι μαθητές του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος. Ο Αριστοτέλης τότε μαζί με τον Ξενοκράτη εγκατέλειψαν την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην Άσσο, πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δύο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμίας. Οι δύο φίλοι, κυβερνήτες της Άσσου, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως παράρτημα της Ακαδημίας.
Στην Άσσο ο Αριστοτέλης δίδαξε τρία χρόνια και μαζί με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δεν μπόρεσε ο Πλάτωνας. Συνδέθηκαν στενά με τον Ερμία και τον επηρέασαν τόσο, ώστε η τυραννία του να καταστεί ηπιότερη και δικαιότερη. Το τέλος του τυράννου όμως ήταν τραγικό. Επειδή προέβλεπε την εκστρατεία των Μακεδόνων στην Ασία, συμμάχησε με το Φίλιππο. Γι' αυτό τον συνέλαβαν οι Πέρσες και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο.
Το 345 π.Χ. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του μαθητή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.Χ. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου ο Αριστοτέλης συνδέθηκε αργότερα στην Αθήνα με τη Σταγειρίτισσα Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο. Το 342 π.Χ. τον προσκάλεσε ο Φίλιππος στη Μακεδονία, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρονών. Ο Αριστοτέλης άρχισε με προθυμία το έργο της αγωγής του νεαρού διαδόχου. Φρόντισε να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και χρησιμοποίησε ως παιδευτικό όργανο τα ομηρικά έπη. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα, μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη· βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Εκεί το 341 π.Χ. πληροφορήθηκε το θάνατο του Ερμία.
Ο Αριστοτέλης έμεινε στη μακεδονική αυλή έξι χρόνια. Όταν ο Αλέξανδρος συνέτριψε την αντίσταση των Θηβαίων και αποκατέστησε την ησυχία στη νότια Ελλάδα, ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα (335 π.Χ.) και ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή. Για να εγκαταστήσει τη σχολή του διάλεξε το Γυμνάσιο, που λεγόταν και Λύκειο, ανάμεσα στο Λυκαβηττό και τον Ιλισό, κοντά στην πύλη του Διοχάρη. Ο χώρος του Γυμνασίου βρέθηκε πρόσφατα στις ανασκαφές,για την ανέγερση του νέου Μουσείου Γουλανδρή,πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, στην οδό Ρηγίλλης. Ο ιστορικός αυτός αρχαιολογικός χώρος διασκευάζεται έτσι ώστε να γίνει επισκέψιμος. Εκεί υπήρχε άλσος αφιερωμένο στον Απόλλωνα και τις Μούσες. Με χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν "περίπατοι". Ίσως γι' αυτό η σχολή του ονομάστηκε Περιπατητική Σχολή και οι μαθητές του περιπατητικοί φιλόσοφοι.
Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί ("εωθινός περίπατος") και για τους αρχάριους το απόγευμα ("περί το δειλινόν", "δειλινός περίπατος"). Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική ("ακροαματική"). Η απογευματινή "ρητορική" και "εξωτερική".
Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και τόσο καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα για τη διδασκαλία των φυσικών μαθημάτων. Έτσι σύντομα η σχολή έγινε περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Αθήνα δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, που προκαλεί το θαυμασμό μας με τον όγκο και την ποιοτική του αξία. Γιατί είναι άξιο απορίας, πώς ένας άνθρωπος σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα συγκέντρωσε και κατέγραψε τόσες πολλές πληροφορίες.
Το 323 π.Χ. με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος νόμισαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Το ιερατείο, με εκπρόσωπό του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα, και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια ("γραφή ασεβείας"), επειδή είχε ιδρύσει βωμό στον Ερμία, είχε γράψει τον ύμνο στην Αρετή και το επίγραμμα στον ανδριάντα του Ερμία, στους Δελφούς. Ο Αριστοτέλης όμως, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των μηνυτών του, έφυγε για τη Χαλκίδα, προτού γίνει η δίκη του (323 π.Χ.). Εκεί έμεινε, στο σπίτι που είχε από τη μητέρα του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλίδα και με τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.
Ο Αριστοτέλης απεβίωσε μεταξύ πρώτης και εικοστής δευτέρας Οκτωβρίου του έτους 322 π.Χ. στη Χαλκίδα από στομαχικό νόσημα, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Το σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγειρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν "οικιστή" της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή, τα "Αριστοτέλεια", και ονόμασαν έναν από τους μήνες "Αριστοτέλειο". Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής.
Φεύγοντας από την Αθήνα, διευθυντή της σχολής άφησε το μαθητή του Θεόφραστο, που τον έκρινε ως τον πιο κατάλληλο. Έτσι το πνευματικό ίδρυμα του Αριστοτέλη εξακολούθησε να ακτινοβολεί και μετά το θάνατο του μεγάλου δασκάλου.
Ως διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης, απέκτησε διάφορες ευκαιρίες και αφθονία προμηθειών. Έτσι, ίδρυσε μια βιβλιοθήκη στο Λύκειο, η οποία έγινε αρωγός στην παραγωγή εκατοντάδων έργων του. Το γεγονός ότι υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα, τον οδήγησε στις απόψεις του πλατωνισμού, αργότερα, όμως, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, οδηγήθηκε, περισσότερο, σε εμπειρικές μελέτες και μετατοπίζεται από τον πλατωνισμό στον εμπειρισμό.[5] Πίστευε ότι οι ιδέες και οι γνώσεις όλων των λαών βασιζόταν, τελικά, στην αντίληψη. Στις απόψεις του, για τις φυσικές επιστήμες, βασίστηκαν πολλά έργα του.
Μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου, και η διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Υπήρξε φυσιοδίφης, φιλόσοφος, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.

To σύνολο της επιρροής του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με τη μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, τον Πλάτωνα, και τον μαθητή του, τον Μέγα Αλέξανδρο

                                                                      ΤΕΛΟΣ
ΠΕΡΣΙΚΟΙ  ΠΟΛΕΜΟΙ

Οι Περσικοί Πόλεμοι ή τα Μηδικά, διεξήχθησαν το πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ., μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών. Οι διαμάχες αυτές ξεκίνησαν από την κατάκτηση της Ιωνίας από τον Κύρο Β´. Την πρώτη φάση των πολέμων, η οποία ήταν και η αιτία μετέπειτα συγκρούσεων, αποτέλεσε η Ιωνική Επανάσταση.
Μετά την Ιωνική Επανάσταση, ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος αποφάσισε να εκδικηθεί την Αθήνα και την Ερέτρια, επειδή βοήθησαν τις ιωνικές πόλεις. Δύο χρόνια αργότερα, ο Δάτης και ο Αρταφέρνης κατάφεραν να κατακτήσουν τις Κυκλάδες, τη Νάξο και την Ερέτρια, ωστόσο υπέστησαν βαριά ήττα στον Μαραθώνα. Μετά τον θάνατο του Δαρείου, την ηγεσία των Περσών ανέλαβε ο Ξέρξης, ο οποίος επιτέθηκε στην Ελλάδα, το 480 π.Χ, με σκοπό να την κατακτήσει ολόκληρη. Αν και αρχικά ο στρατός του είχε επιτυχίες (Θερμοπύλες, Αρτεμίσιο), οι Έλληνες κατάφεραν να νικήσουν τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και το επόμενο έτος νίκησαν στις Πλαταιές και στη Μυκάλη.





ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Στην πρώτη εκστρατεία των Περσών κατά της Ελλάδας, που οργάνωσε ο βασιλιάς Δαρείος, ο περσικός στόλος έπλευσε ενάντια των δύο ελληνικών πόλεων, της Ερέτριας και της Αθήνας. Αφού κατέστρεψε ολοσχερώς την Ερέτρια ο Περσικός στόλος κατευθύνθηκε στον Μαραθώνα. Οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν μαζί με χίλιους Πλαταιείς, ενώ παράλληλα έστειλαν τον Φειδιππίδη στη Σπάρτη για να ζητήσει βοήθεια. Ωστόσο, οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν.  Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να επιτεθούν και κατάφεραν να διαλύσουν τις πτέρυγες των Περσών. Αμέσως μετά τη μάχη, ο περσικός στόλος έπλευσε από το Σούνιο για να επιτεθεί στην Αθήνα, αλλά οι Αθηναίοι κατάφεραν να φθάσουν εγκαίρως στην πόλη, αναγκάζοντας τους Πέρσες να υποχωρήσουν. Οι Σπαρτιάτες έφθασαν στην Αθήνα την επόμενη μέρα και όταν είδαν τα πτώματα των Περσών στον Μαραθώνα αναγνώρισαν τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων. Μ' αυτό τον τρόπο έληξε η πρώτη περσική εισβολή στην Ελλάδα.


Δέκα χρόνια μετά σχεδίασε την ίδια εκστρατεία ο διάδοχος του Δαρείου Ξέρξης. Για την αντιμετώπιση του Ξέρξη συμμάχησαν οι περισσότερες ελληνικές πόλεις της νότιας Ελλάδας. Αφού δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν την Περσική επέλαση στις Θερμοπύλες ο ελληνικός στρατός συγκεντρώθηκε στον ισθμό της Κορίνθου ενώ ο στόλος αγκυροβόλησε στην Σαλαμίνα. Οι Πέρσες έφτασαν ανενόχλητοι μέχρι την Αθήνα που είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της και προξένησαν τεράστιες καταστροφές στην πόλη. Λίγο μετά όμως ο περσικός στόλος καταστράφηκε στην Σαλαμίνα και οι Πέρσες αποσύρθηκαν από την Αττική. Ένα χρόνο μετά οι Πέρσες ηττήθηκαν στην μάχη των Πλαταιών και εγκατέλειψαν οριστικά τα σχέδια τους για κατάληψη της Ελλάδας.    
Σ.Φ Σ.Δ


               Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ



 Οι αρχαίοι Έλληνες κυρίως οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες ήταν λιτοδίαιτοι. Η γη στην Αττική δεν τους πρόσφερε πολλά τρόφιμα παρά μόνο τα κυρίως απαραίτητα όπως ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι, τις ελιές. Σε αντίθεση με τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες υπήρχαν και κάποιοι λαοί όπως οι Θεσσαλοί και οι Βοιωτοί που κατοικούσαν κοντά σε εύφορες πεδιάδες. Αυτοί είχαν μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων .
Προς το μεσημέρι ή προς το απόγευμα έπαιρναν το άριστον ένα πολύ λιτό και γρήγορο γεύμα. Επίσης αργότερα προς το βραδάκι πολύ λίγοι αθηναίοι έτρωγαν ένα γεύμα το εσπέρισμα. Τέλος το τελευταίο και πολυτελές δείπνο το έπαιρναν στο τέλος της ημέρας αφού νύχτωνε. Αυτό το δείπνο συνήθως τελείωνε με επιδόρπια όπως φρούτα νωπά ή ξηρά κυρίως σύκα, καρύδια, σταφύλια ή γλυκά με μέλι. Οι αρχαίοι αθηναίοι ξεκινούσαν την μέρα τους με το ακράτισμα δηλαδή το πολύ απλό πρωινό που έτρωγαν. Αποτελούνταν από λίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε κρασί. Πολλές φορές πρόσθεταν σύκα και ελιές.
 Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της διατροφής των αρχαίων αθηναίων. Το αλεύρι από κριθάρι ονομάζονταν μάζα και ήταν το πιο συνηθισμένο ψωμί των αρχαίων. Στη ζύμη έβαζαν διάφορα καρυκεύματα όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα για να νοστιμέψουν το ψωμί. Οι περισσότεροι κάτοικοι τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες μεγάλες πόλεις ζύμωναν μόνοι τους το ψωμί. Παρόλα αυτά στα μεγάλα κέντρα υπήρχαν φούρνοι που μπορούσαν να αγοράσουν από κει το ψωμί. Άλλα είδη δημητριακών που υπήρχαν εκείνη την εποχή ήταν ο “ κριβανίτης άρτος ” που γινόταν από σιμιγδάλι, ο “ όμωρος ” ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι, ο “ άρτος ορύνδης ” ένα είδος ρυζιού που φύτρωνε στις όχθες του Νείλου και οι σημερινές λαγάνες που όμως δεν είχαν σχέση με το έθιμο της καθαρά Δευτέρας.
 Οι αρχαίοι αθηναίοι δεν είχαν την ποικιλία των φρούτων που έχουμε σήμερα παρόλο που ακόμα και τότε επικρατούσε το μεσογειακό κλίμα της Ελλάδας. Τότε δεν υπήρχαν κάποια φρούτα όπως τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, οι μπανάνες κ.α. Παρόλα αυτά αγαπούσαν πολύ τα φρούτα. Μερικά από τα φρούτα που υπήρχαν εκείνη την εποχή ήταν τα αχλάδια, τα ρόδια, τα μήλα, τα σύκα, μούρα, τα κεράσια, τα δαμάσκηνα κ.α.
 Τα λαχανικά κυρίως στις αρχαίες πόλεις ήταν από τα σπάνια αγαθά. Όμως πολλά σπίτια, κυρίως στα περίχωρα, καλλιεργούσαν στους κήπους και στα χωράφια τους, παρά το πρόβλημα έλλειψης νερού το καλοκαίρι, διάφορα λαχανικά όπως κρεμμύδια, σκόρδα, φασόλια, μαρούλια, βλίτα, αρακά, φακές, ρεβίθια, αγκινάρες, αγγούρια κ.α. Επίσης “ καρύκευαν ” τα φαγητά τους με διάφορα μυρωδικά όπως άνηθο, δυόσμο και σέλινο.
 Τα ράφια της κουζίνας ενός αρχαίου ελληνικού σπιτιού έπρεπε να είναι εφοδιασμένα με διάφορα μπαχαρικά που συνήθιζαν να προσθέτουν για να κάνουν πιο γευστικά τα πιάτα τους. Κάποια από αυτά τα μπαχαρικά ήταν σίγουρα το αλάτι, η ρίγανη, το ξύδι, το θυμάρι, το σουσάμι, η κάπαρη, το κύμινο και διάφορα άλλα.
 Οι αθηναίοι δεν συνήθιζαν να αγοράζουν το κρέας γιατί ήταν πανάκριβο. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τις θυσίες. Στην ύπαιθρο όμως μερικοί άνθρωποι έτρεφαν ζώα όπως γουρουνόπουλα, κατσίκια, αρνιά, πουλερικά. Αυτοί έτρωγαν συχνότερα κρέας. Τους άρεσε επίσης πολύ να κυνηγάν. Έτσι κυνηγούσαν περιστέρια αλλά και όλα τα πετούμενα και τρέφονταν από αυτά. Επίσης κυνηγούσαν και μεγαλύτερα ζώα όπως αγριόχοιρους, ελάφια και ζαρκάδια.
 Οι αρχαίοι έτρωγαν πολύ συχνά όσπρια. Από αυτά τους ήταν γνωστά : οι φακές, τα φασόλια και τα ρεβίθια που τα προτιμούσαν ψημένα. Τα μπιζέλια και τα κουκιά που τα έτρωγαν συνήθως σε πουρέ και επίσης τα λουπίνια. Οι αθηναίοι έτρωγαν πολύ περισσότερο ψάρια παρά κρέας. Κάποια ψάρια ήταν : ο κολιός, το σκουμπρί, σαρδέλα, η γόπα, η μαρίδα κ.α. ΟΣΠΡΙΑ ΚΑΙ ΨΑΡΙΑ
 Το κρασί ήταν ένα από τα πιο διαδεδομένα ποτά των αρχαίων αθηναίων. Το κρασί συνόδευε συνήθως όλα τα γεύματα τους και τα συμπόσια. Όπως ξέρουμε το έπιναν νερωμένο γιατί κατανάλωναν άφθονο και δεν ήθελαν να μεθούν. Το νέρωναν μέσα σε ένα αγγείο που ονομάζονταν κρατήρας και πολλές φορές έβαζαν μέσα και διάφορα αρώματα όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δενδρολίβανο, ακόμα και μέλι. Το κρασί ήταν χλιαρό ή κρύο ανάλογα με την εποχή. Μερικές φορές έβαζαν μέσα και παγάκια που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσαν μέσα σε άχυρο. Εκείνη την εποχή υπήρχαν τέσσερα είδη κρασιού. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο. Το άσπρο ήταν το ελαφρότερο και πολύ χωνευτικό, το κιτρινωπό είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο που είχαν γλυκιά γεύση ήταν τα πιο περιζήτητα.
 Το λάδι ήταν ένα υλικό που το χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα πολύ οι αρχαίοι αθηναίοι. Από διάφορες Ανασκαφές έχουν βρεθεί αμφορείς στους οποίους αποθήκευαν το λάδι. Στη αρχαιότητα, το φημισμένο λάδι ήταν αυτό που προερχόταν από την Σάμο και την Ικαρία. Το ελαιόλαδο το χρησιμοποιούσαν Στην παρασκευή διαφόρων φαγητών.
 

                                 ΤΕΛΟΣ
Ο Σωκράτης γεννήθηκε το 470 π.Χ. και πέθανε το 399π.Χ. στην Αθήνα, στον Δήμο Αλωπεκής. Ήταν από μια ταπεινή οικογένεια όπου οπατέρας του Σωφρονίσκος ήταν γλύπτης και η μητέρα του Φαιναρέτη μαμή. Ακολούθησε στην αρχή το επάγγελμα του πατέρα του αλλά τα παράτησε για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη φιλοσοφία. Παντρεύτηκε την Ξανθίππη, μια γυναίκα που φημιζόταν για τον δύστροπο και ιδιότροπο χαρακτήρα της και έκαναν τρείς γιους
Σαν άνθρωπος και σαν φιλόσοφος αποτελεί πραγματικά μια σπανιότατη και μοναδική φυσιογνωμία που έχει γίνει αντικείμενοπολλών συζητήσεων αφού πράγματι είναι ένα φαίνομενο το πως έζησε, δίδαξε και στο τέλος πέθανε. Ήταν ένας χαρακτήρας τίμιος,νομοταγής και ηθικός. Χαρακτηριστικό είναι πως εκτός απο την ανήθικη κατηγορία της διαφθοράς των νέων και την εισαγωγή καινών δαιμονίων που οδήγησε στη δίκη του, ποτέ κανένας δεν βρέθηκε να τον κατηγορήσει για κάτι ανήθικο,μεμπτό ή παράνομο. Ήταν εξαιρετικά νομοταγής και δεν παρέλειπε να εκτελεί τα πολιτικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Σεβόταν τους νόμους και τους θεσμούς και αγαπούσε την πατρίδα του. Μάλιστα ήταν ένας άνθρωπος με ήρεμη αλλαδυνατήθέληση, γενναίος και αποφασιστικός. Μετά το τέλος του Πελλοπονησιακού Πολέμου και την κατάλυση της Δημοκρατίας απο τους ολογαρχικούς και τους τριάκοντα τυράννους οΣωκράτης ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση μαζί τους και ειδικά με τον Κριτία. Η ειρωνεία είναι πως ο Κριτίας ήταν παλαιότερα μαθητής του Σωκράτη αλλά και του Γοργία. Όταν όμως ανακυρήχθηκε ο αρχηγός των τριάκοντα τυρράνων,έγινε σκληρός, αιμοβόρος και αρχομανής.
Η πορεία του Σωκράτη ως φιλοσόφου έχει το εξής ασυνήθιστο: Δεν άφησε τίποτα γραπτό. Όλα όσα γνωρίζουμε προέρχονται από τις καταγραφές του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Ξενοφώντα. Επίσης άλλη μία προέρχεται τον 5ο αιώνα π.Χ από τον Λιβάνιο. Καμία όμως δεν αντικαθιστά σε αξία και πιστότητα αυτή του Πλάτωνα αφού η φιλοσοφία και κυρίως ο θάνατος του συγκλόνισε την κοινωνία εκείνης της εποχής και ειδικά τον Πλάτωνα. Η Απολογία συγκεκριμένα γράφτηκε το 396 π.Χ. Τα λόγια δεν είναι πιστή αντιγραφή όμως θεωρείται σχεδόν σίγουρο πως ο Πλάτωνας τα έγραψε όσο πιο πιστά μπορούσε να τα θυμηθεί αν και ίσως έβαλεκαιδικές του ιδέες μέσα στις καταγραφές των διδασκαλιών και της Απολογίαςτου διδασκάλου του. Του Ξενοφώντα θεωρείται μάλλον μιμητικό του Πλάτωνα,και ακόμαπιο πιθανό να έχουν παραποιηθεί λόγια του Σωκράτη αφού δεν μπορούσε να συλλάβει τις ιδέες του τόσο όσο ο μεγαλοφυής Πλάτωνας.
Αφετηρία της Σωκρατικής σκέψης ήταν οσκεπτικισμός. <<Εν οίδα ότι ουδέν οίδα>>. Ο τρόπος σκέψης του στρεφόταν κυρίως γύρω απότα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Αγαπούσε τους ανθρώπους και τουάρεσε ναέρχεται σε επαφή με τις έννοιες τους και με ότι τους απασχολούσε. Μιλούσε συχνάγια το ήθος, την καλοσύνη, το δίκαιο, την ανδρεία και τα αντίθετα τους. Έλεγε στους νέους, ειδικά στα παιδιά των πλουσίων, να μην δίνουν σημασία στα υλικά αγαθά και να μην νοιάζονται για πλούτη, παρά μόνο για αυτοβελτίωση. Πίστευε πως ο άνθρωπος με χρήση λογικών μεθόδων μπορούσε να βρει λύση σε ότι τον απασχολεί και την πραγματική αλήθεια.






Η μεγαλοφυής μέθοδος της διαλογικής συζήτησης που ονομάστηκε <<μαιευτική>> και που είχε ως βάση τη λογική πως η μαμή βοηθάει όχι το μωρό αλλά τον τοκετό του, έκανε κάθε συνομιλητήτου ναβρει μόνος του μέσα από ένα σωστό διάλογο -με τις κατάλληλες ερωτήσεις-τηναπάντηση που έψαχνε σε ότι τον απασχολούσε, επειδή θεωρούσε ότι αυτήβρισκότανήδη μέσα του. Ο συνομιλητής λοιπόν μέσω του διαλόγου, αντί να λάβει οποιαδήποτε απάντηση, μέσω ερωτήσεων την εκμαίευε από μόνος του. Στην περίπτωση όμως τηςμεθόδου της <<ειρωνείας>> ο Σωκράτης προσποιούντανάγνοια επί του θέματος, κέρδιζε τον συνομιλητή και αφού τον άφηνε να αναπτύξειτηθεωρεία του υποτίθεται για να τον διαφωτίσει μέσω περίπλοκων και έξυπνων ερωτήσεων, ανάγκαζε τον <<γνώστη>> να παραδεχτεί την άγνοια του.Συνήθιζε να εκθειάζει τον συνομιλητή, ώστε στο τέλος να φανεί ηπραγματική έλλειψη γνώσης του, και η αληθινή πνευματικότητα του Σωκράτη. Θεωρούσε λοιπόν πως εάν ο άνθρωπος έχει το γνώθι σαυτόν, να γνωρίζει δηλαδή τονεαυτότου, θα βρει τους ηθικούς κανόνες που θα τον διέπουν αφού μέσα από την αυτογνωσία γίνεται ο καθένας ενάρετος και κατανοεί την φύση των πραγμάτων στο πραγματικό της βάθος, -κάτι που φυσικά και τότε όπως και σήμερα- ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συναντήσεις στους περισσότερους ανθρώπους. Η παραδοχή πως κανένας δεν είναι παντογνώστης, οδηγεί στο αγαθό και ενάρετο. Στηνευσέβεια καιτο σεβασμό.  Ο Σωκράτης θεωρούσε αρετή τησύνεση και τη φρόνηση. Γι αυτόν αγαθό είναι ότι κάνουμε με γνώση, ενώ για την κακία έλεγε πως <<ουδείς εκών αμαρτάνει>>. Κανένας δεν αμαρτάνει επειδή το θέλει παρά μόνο από απερισκεψία, ανοησία και άγνοια. Σαν ιδρυτής της ηθικής επιστήμης και της Σωκρατικής διαλεκτικής προήγαγε την βελτίωση των ανθρώπινων ενστίκτων όπως αυτά εκδηλώνονται μεκεντρικό πυρήνατη διδασκαλία και την διάπλαση της προσωπικότητας των νέων. Αυτό το επεδίωκε γιατί πίστευε πως η αρετή είναι κάτι που διδάσκεται αφού η γνώση και η πράξη συνδέονται άμεσα.

Το 399 π.Χ. ο φιλόσοφος βρέθηκε αντιμέτωπος με το Δικαστήριο της Ηλιαίας. Εκεί, διατυπώθηκαν εναντίον του κατηγορίες για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων. Ο φιλόσοφος καταδικάστηκε, με βάση την κατηγορία, σε θάνατο. Ως σκοπιμότητα της κατηγορίας θεωρήθηκε η διδασκαλία του, η οποία επιδρούσε στους νέους, και με τον φιλελευθερισμό που τον διέκρινε, θεωρήθηκε ανατρεπτικός. Ουσιαστικό κίνητρο, όμως, υπήρξε η αντιζηλία του με σημαντικούς άνδρες της εποχής. Στη διάρκεια της δίκης ο Σωκράτης έδειξε θάρρος, ενώ η αναγγελία της ποινής δεν κατάφερε να τον βγάλει από τη θεϊκή του αταραξία. Μετά την καταδίκη του παρέμεινε στο δεσμωτήριο 30 μέρες. Από τον διάλογο του Πλάτωνα Κρίτων μαθαίνουμε ότι ο Σωκράτης θα μπορούσε να σωθεί, αν ήθελε, αφού οι μαθητές του είχαν τη δυνατότητα να τον βοηθήσουν να αποδράσει. Ο Σωκράτης αρνήθηκε στηριζόμενος τις φιλοσοφικές απόψεις του και, ως νομοταγής πολίτης και αληθινός φιλόσοφος, περίμενε το θάνατο ειρηνικά και γαλήνια, και ήπιε το κώνειο, όπως πρόσταζε ο νόμος.
Φ.Σ    Σ.Δ

ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΟΡΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Βρισκόμαστε στην Αγορά της Αθήνας. Η Αγορά είναι το κέντρο της οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτικής ζωής της πόλης. Αν η Ακρόπολη και τα μνημεία της είναι το πρόσωπο της πόλης, η Αγορά είναι η καρδιά της και ο νους της. Εδώ εδρεύουν οι αρχές της πόλης, οι βουλευτές, οι άρχοντες, οι στρατηγοί. Εδώ απονέμεται η λαϊκή δικαιοσύνη. Εδώ ο Αθηναίος έρχεται καθημερινά, όχι μόνο για να συμμετάσχει στα κοινά, όπως έχει το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση, αλλά και για να κάνει τα ψώνια του, να δει τους φίλους και γνωστούς του, να περάσει την ώρα του, να ασκήσει κριτική, να κουτσομπολέψει. Παλιότερα η Αγορά, που καθώς λέγεται χτίστηκε από το Θησέα, ήταν πιο μικρή. Τη μεγάλη σημασία της την απέκτησε αργότερα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη1. Τότε για να τονισθεί η σημασία της για την πολιτική ζωή του χώρου, οριοθετήθηκε με τους "όρους", τις μαρμάρινες δηλ. στήλες, που γράφουνε ΗΟΡΟΣ ΕΙΜΙ ΤΕΣ ΑΓΟΡΑΣ. [ΤΕΣ ΑΓΟΡΑΣ κι όχι ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ διότι από το 403 π.Χ. εισήχθη στην Αθήνα ένα νέο αλφάβητο, το Ευκλείδειο, που περιέχει τα γράμματα Η και Ω, γράμματα που δεν περιείχε το παλιό αττικό αλφάβητο.]
ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΟΡΑ

 Η ΘΟΛΟΣ
Η Θόλος είναι ένα από τα λίγα στρογγυλά κτήρια της αρχαιότητας· άλλα παρόμοια κτήρια υπήρχαν στη Σπάρτη και στην Επίδαυρο, στους Δελφούς και στην Ολυμπία. Φαίνεται ότι το στρογγυλό αυτό κτήριο χτίστηκε την εποχή που ο Κίμωνας είχε την εξουσία στην Αθήνα. Καθώς μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, ο Κίμωνας μετά τις νίκες του εναντίον των Περσών στον Ευρυμέδοντα (467 π.Χ.) έχτισε το νότιο τείχος της Ακρόπολης και εξωράισε την αγορά

Η στέγη της θόλου είναι κωνική και στο εσωτερικό υπήρχαν έξι κίονες που στήριζαν τα δοκάρια της στέγης. Στο μέσο υπήρχε ένας βωμός, όπου θυσίαζαν οι πρυτάνεις. Η θόλος, δεν ήταν από τα πιο σπουδαία κτήρια από αρχιτεκτονικής απόψεως, όμως η σημασία της ήταν πολύ μεγάλη. Το κτήριο υπέστη καταστροφές κατά την τυραννία των τριάκοντα (403 π.Χ.) και την εποχή του Σύλλα (86 π.Χ.). Τον καιρό που ο Παυσανίας επισκέφτηκε την Αθήνα (2ος μ.Χ. αι.) πλακοστρώθηκε το δάπεδο και επισκευάστηκε η σκεπή.
Εδώ μένουν οι πρυτάνεις και οι εννέα άρχοντες. Κάθε φυλή εκλέγει 50 βουλευτές (500=10 φυλές Χ 50). Με κλήρο ορίζεται η φυλή της οποίας οι βουλευτές θα ασκούν για 36 ή 35 μέρες το χρόνο την εξουσία (η πρυτανεύουσα φυλή). Στη Θόλο φυλάσσονται τα μέτρα και τα σταθμά της πολιτείας. Στο στρογγυλό βωμό θυσιάζουν οι πρυτάνεις καθημερινά (κάψιμο λίγου λιβανωτού ή μικρού μέρους των σφαγίων, που σερβίρονται στο γεύμα τους) και ύστερα συντρώγουν.
ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟ
Το παλαιό βουλευτήριο, το κτήριο όπου συνεδρίαζαν οι βουλευτές, θα πρέπει να χτίστηκε μετά την έξωση του τυράννου Ιππία. Το κτίσμα όμως αυτό καταστράφηκε κατά τους Μηδικούς πολέμους και ανοικοδομήθηκε μετά τη νίκη στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Το βουλευτήριο χωριζότανε σε δύο τμήματα: τον προθάλαμο και το χώρο όπου κάθονταν οι βουλευτές. Οι βουλευτές κάθονταν σε ξύλινα εδώλια σε σχήμα Π. Στη μέση υπήρχε ένας βωμός -εκεί που κατέφυγε ο Θηραμένης, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από τον Κριτία- και στη βάση του Π υπήρχε το βήμα των αγορητών. Ο χώρος που συνεδρίαζαν οι βουλευτές χωρίζονταν από τον προθάλαμο από ξύλινα κιγκλιδώματα (δρύφακτοι). Τις συνεδριάσεις μπορούσαν να παρακολουθούν οι πολίτες (ιδίως όταν η βουλή ασκούσε δικαστικά καθήκοντα ή όταν οι πρυτάνεις έκριναν πως δεν είναι αναγκαία η μυστική συνεδρίαση). Οι δρύφακτοι χώριζαν τους θεατές από τους βουλευτές. Στον προθάλαμο ίσως, υπήρχαν αγάλματα του Βουλαίου Δία και της Βουλαίας Αθηνάς -όπως μας πληροφορεί ο ρήτορας Αντιφών, όπου προσεύχονταν οι βουλευτές πριν να συνεδριάσουν. Μπροστά στο βουλευτήριο είχε στηθεί -μετά την κατάλυση της τυραννίας των τριάκοντα- μία στήλη με ψήφισμα που επέτρεπε χωρίς τον κίνδυνο ποινικής δίωξης τη δολοφονία όποιου Αθηναίου πολίτη αναλάμβανε αξίωμα.
Το βουλευτικό αξίωμα είναι και σημαντικό και τιμητικό. Σχεδόν όλοι οι πολίτες -εφόσον το επιθυμούν- έχουν τη δυνατότητα μια φορά στη ζωή τους να γίνουν βουλευτές, δεδομένου ότι βγαίνουν με κλήρωση. Ακόμη και ο Σωκράτης που δεν επιθυμούσε την ενασχόληση με τα κοινά, εκλέχτηκε βουλευτής και μάλιστα σε μια κρίσιμη περίοδο για την Αθήνα, την εποχή που η πόλη μετά τη Σικελική καταστροφή, αγωνιζότανε με τις τελευταίες της δυνάμεις. Η στάση που κράτησε . δέσει ο Αχιλλέας πίσω από το άρμα του και θα τον σέρνει γύρω από την Τροία. Για την τραγική στη δίκη των στρατηγών δεν έχει ακόμη ξεχαστεί. Στις Αργινούσες δηλαδή ο στόλος της Αθήνας νίκησε, μετά όμως την επιστροφή στην Αθήνα, οι πολιτικοί αντίπαλοι των στρατηγών τους κατηγόρησαν ότι παραβλέψανε το καθήκον τους της περισυλλογής των νεκρών (ανάμεσα στους κατήγορους ήταν και ο Θηραμένης, ένας από τους τριάκοντα τυράννους αργότερα). Παρουσίασαν λοιπόν ένα προβούλευμα, με το οποίο πρότειναν στην εκκλησία του δήμου να αποφασίσει για την τύχη όλων των στρατηγών με μια ψηφοφορία· οι περισσότεροι βουλευτές υποκύψανε στις αφόρητες πιέσεις που τους ασκούσαν και δέχθηκαν να το παρουσιάσουν στην εκκλησία του δήμου. Ο μόνος πρύτανις - βουλευτής που μέχρι τέλους διαμαρτυρήθηκε για το προβούλευμα -που ήταν παράνομο, αφού απαγορεύεται να αποφασίζεται για την αθωότητα ή ενοχή πολλών κατηγορουμένων με μια ψηφοφορία, αλλά πρέπει να γίνεται ψηφοφορία για κάθε κατηγορούμενο χωριστά- ήταν ο Σωκράτης.
Το φθινόπωρο του 403 π.Χ. στην αίθουσα αυτή δικάσανε το Θηραμένη, έναν από τους τριάκοντα τυράννους, αυτόν που είχε κατηγορήσει τους στρατηγούς στη ναυμαχία των Αργινουσών· ως τύραννος ήταν πιο μετριοπαθής και προσπαθούσε να διαχωρίσει τη θέση του από τους υπόλοιπους τύραννους, που είχαν επικεφαλής τον Κριτία. Ο Κριτίας, όταν κατάλαβε ότι οι περισσότεροι βουλευτές ευνοούσαν το Θηραμένη, απέφυγε να ζητήσει την ψήφο τους· πλησίασε τους άλλους τυράννους που κάθονταν μπροστά, συνεννοήθηκε μαζί τους κι ύστερα βγήκε από το βουλευτήριο και γυρίζοντας έφερε μαζί του "πολίτες" που ολοφάνερα έφεραν εγχειρίδια. Αυτοί στάθηκαν μπροστά στους δρυφάκτους για εκφοβισμό. Ύστερα ο Κριτίας ανέβηκε στο βήμα και εξήγησε πως ο Θηραμένης θα θανατωνότανε, γιατί υπονόμευε το έργο των τυράννων.  
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΗΡΩΩΝ
Ονομάζεται έτσι, γιατί είναι το μνημείο με τα αγάλματα των δέκα Αθηναίων Ηρώων, των οποίων τα ονόματα φέρουν οι δέκα φυλές της Αττικής: Είναι ο Ερεχθεύς: ο παλιός βασιλιάς της Αθήνας, που αγάπησε η Αθηνά και τον έκανε σύντροφό της, όπως μας λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Έπειτα είναι ο Αιγεύς, ο πατέρας του Θησέα. Ο Πανδίων μετά, εγγονός καθώς λέγεται του Ερεχθέως. Τέταρτος είναι ο ήρωας Λεώς. Πέμπτος ο Ακάμας, γιος του Θησέα και της Φαίδρας. Έβδομος είναι ο Οινεύς, γιος νόθος του Πανδίωνος. ο όγδοος είναι ο πασίγνωστος Κέκροψ, βασιλιάς πανάρχαιος κι αυτός της Αττικής. Ο Κέκροψ μάλιστα είχε το μισό κορμί του (το πάνω μέρος) ανθρώπινο, και το υπόλοιπο μισό φιδίσιο, γεγονός που δείχνει ότι μητέρα του ήταν η γη. Την εποχή του Κέκροπος διεκδίκησαν η Αθηνά και ο Ποσειδών την Αττική. Ο Κέκροψ έμαθε στους ανθρώπους να χτίζουν πόλεις, να θάβουν τους νεκρούς και εφεύρε επίσης και τη γραφή. Ο Ιπποθόων έπειτα, γιος του Ποσειδώνα και της Αλόης. Μετά ο Αίας, του Τελαμώνα ο γιος, ο πασίγνωστος ήρωας από τη Σαλαμίνα, ο γενναιότερος Έλληνας πολεμιστής, μετά τον Αχιλλέα, από τους λίγους που αντιμετώπισαν τον Έκτορα σε προσωπική μονομαχία. Τότε δε νίκησε κανένας, έτσι το θέλησαν οι θεοί. Στο τέλος της μονομαχίας ανταλλάξανε δώρα: ο Αίαντας χάρισε μια ζωστήρα στον Έκτορα κι ο Έκτορας του χάρισε ένα σπαθί. Τι ειρωνεία της τύχης: με το σπαθί αυτό θα αυτοκτονήσει αργότερα ο Αίαντας, ενώ το νεκρό Έκτορα με τη ζωστήρα που του είχε κάνει δώρο ο Αίαντας  θα δέσει ο Αχιλλέας πίσω από το άρμα του και θα τον σέρνει γύρω από την Τροία. Για την τραγική μοίρα του Αίαντα έγραψε ο μεγάλος μας ποιητής Σοφοκλής την ομώνυμη τραγωδία του. Τελευταίος επώνυμος ήρωας είναι ο Αντίοχος, γιος του Ηρακλή.
Πάνω στη βάση του μνημείου είναι αναρτημένες πινακίδες με τις ανακοινώσεις των αρχών της πόλης προς τους πολίτες.
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΝΟΚΤΟΝΩΝ
Σύνταγμα δύο αγαλμάτων, που παρίσταναν τους τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτονα. Οι Αθηναίοι θέλοντας να τιμήσουν τους τυραννοκτόνους, έστησαν τα αγάλματά τους αμέσως μετά την κατάλυση της τυραννίας, το 510 π.Χ. Όταν όμως οι Πέρσες καταλάβανε την Αθήνα, στους Μηδικούς πολέμους, μαζί με άλλα λάφυρα πήραν και τα αγάλματα αυτά. Όταν οι Αθηναίοι επιστρέψανε στην πόλη τους, δώσανε αμέσως παραγγελία σε δύο σημαντικούς χαλκοπλάστες της εποχής, τον Κριτία και το βοηθό του Νησιώτη, να ετοιμάσουν νέους χάλκινους ανδριάντες, που τοποθέτησαν σε περίοπτη θέση στην αγορά. Οι τυραννοκτόνοι θεωρούνταν πρόσωπα ιερά. Στα αγάλματά τους μπορούσαν να καταφύγουν - σα σε άσυλο- οι πολίτες που για οποιοδήποτε λόγο καταδιώκονταν. Ήταν καθώς μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης οι πρώτοι θνητοί, ανδριάντες των οποίων στήθηκαν στην αγορά.
Στην πραγματικότητα και εις πείσμα όσων πίστευαν οι Αθηναίοι, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας δεν σκότωσαν τον τύραννο, που ήταν ο Ιππίας, αλλά τον αδελφό του Ίππαρχο, όπως αναφέρει στο έργο του ο Θουκυδίδης

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ (ΘΗΣΕΙΟ
Ναός αφιερωμένος στον Ήφαιστο και χτισμένος πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού. Γύρω από το ναό βρίσκονταν πολλά εργαστήρια μεταλλοτεχνίας και κεραμεικής και γι' αυτό το λόγο είχε αφιερωθεί στους θεούς των τεχνών, Ήφαιστο και Αθηνά Εργάνη, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας. Είναι άγνωστος ο αρχιτέκτονας του ναού, όπως όμως φαίνεται πρέπει να χτίστηκε μετά το 449 π.Χ. και πριν από τον Παρθενώνα. Είναι δωρικού ρυθμού, περίπτερος με 13 κίονες στις μακρές πλευρές και 6 κίονες στις στενές. Μέσα στο ναό υπήρχαν τα αγάλματα του θεού Ηφαίστου και της θεάς Αθηνάς Εργάνης, που περιβάλλονταν από δίτονη δωρική κιονοστοιχία. Στις μετόπες παρουσιάζονταν οι άθλοι του Ηρακλή αλλά και του Θησέα και γι' αυτό το λόγο το μνημείο ονομάστηκε σε νεότερους χρόνους "Θησείο
Στους Βυζαντινούς χρόνους μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία προς τιμή του Αγ. Γεωργίου. Μάλιστα εκεί έγινε και η πρώτη επίσημη δοξολογία όταν ο Όθων αποφάσισε τη μεταφορά της πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους στην Αθήνα.
ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ (σήμερα πέρα από τις γραμμές του ηλεκτρικού)
Ένα από τα πιο γνωστά οικοδομήματα της βόρειας πλευράς της Αγοράς. Χτίστηκε περίπου το 460 π.Χ. και όφειλε το όνομά της σε ζωγραφικές παραστάσεις που την κοσμούσαν. Την είχαν διακοσμήσει σπουδαίοι ζωγράφοι όπως ο Πολύγνωτος και ο Μίκων. Τα θέματα των πινάκων που εκτίθεντο εκεί ήταν, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας: η αμαζονομαχία, η άλωση του Ιλίου (Τροίας και οι μάχες του Μαραθώνα και της Οινόης.
Η στοά ήταν πολυσύχναστη και έγινε κέντρο της πολιτικής και πνευματικής ζωής της Αθήνας. Εδώ οι τριάκοντα τύραννοι επέβαλαν τη θανατική ποινή σε 1500 συμπολίτες τους στο λίγο χρόνο που κράτησε η αρχή τους (404-403 π.Χ.). Εδώ έναν αιώνα αργότερα θα διδάξει ο Ζήνων τη φιλοσοφία του που θα ονομασθεί στωική, επειδή ακριβώς δίδασκε στην ποικίλη στοά.
ΒΩΜΟΣ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΩΝ
Σήμερα είναι ορατή μόνο μία γωνία του τετραγώνου περιβόλου του. Χτίστηκε το 522/21 π.Χ. από τον Πεισίστρατο και χρησίμευε ως άσυλο. Ήταν και το σημείο από όπου μετρούσαν την απόσταση της Αθήνας από τις άλλες πόλεις.
Δυτική πλευρά αγοράς τη Ρωμαϊκή εποχή:
 
Νότια και ανατολική πλευρά αγοράς τη Ρωμαϊκή εποχή:
ΑΓΑΛΜΑ ΑΔΡΙΑΝΟΥ:
Οι διαθέσεις του φιλέλληνα και φιλαθήναιου αυτοκράτορα εικονίζονται στην παράσταση του θώρακά του: η Αθηνά πάνω από τη λύκαινα (το σύμβολο της Ρώμης) περιβάλλεται από δύο Νίκες.
ΩΔΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΡΙΠΠΑ:
Χτίστηκε στο κέντρο της αγοράς από το Ρωμαίο Βιψάνιο Αγρίππα γύρω στα 15 π.Χ. για μουσικές εκδηλώσεις. Οι γίγαντες που κοσμούν σήμερα την είσοδο σμιλεύτηκαν περίπου το 150 μ.Χ. Το κτήριο χωρούσε 1000 θεατές και δεν είχε εσωτερικούς κίονες, γεγονός που οδήγησε στην κατάρρευση της οροφής και τη μετασκευή του κτηρίου (170 π.Χ. ). Κάηκε το 267 π.Χ. Αργότερα στον ίδιο χώρο φαίνεται ότι χτίστηκε γυμνάσιο.
ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΑΤΤΑΛΟΥ:
Δώρο του βασιλιά της Περγάμου (159-138 π.Χ.), Αττάλου Β΄ στηνπόλη όπου σπούδασε. Αποτελούσε εμπορικό κέντρο με 21 καταστήματα σε κάθε όροφο.
Μπροστά στη στοά βρίσκονται απομεινάρια πολλών μνημείων. Ένα ψηλό βάθρο στο μέσο στήριζε ένα χάλκινο τέθριππο. Βορειότερα υπήρχε ένας κυκλικός μονόπτερος ναός μέσα στον οποίο βρίσκόταν μάλλον ένα άγαλμα θεού

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑΙΝΟΥ:
Χτίστηκε από το Τ. Φλάβιο Πάνταινο (περίπου το 100 μ.Χ.) . Ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, στον αυτοκράτορα Τραϊανό και το δήμο της Αθήνας.Εχει σωθεί μία επιγραφή με απόσπασμα από τον κανονισμό της βιβλιοθήκης.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ: Η εργασία στην κλασική Αθήνα, σε αντίθεση με την αριστοκρατική Σπάρτη, δε θεωρήθηκε ποτέ από την κοινωνία ντροπή. Ο Περικλής στον Επιτάφιο που μας διέσωσε ο Θουκυδίδης διακήρυξε πως το να είναι κανείς φτωχός δεν εθεωρείτο στην Αθήνα ντροπή, αλλά ντροπή ήταν το να μην προσπαθεί κανείς να ξεφύγει από τη φτώχεια του. Ο Σόλων μάλιστα είχε θεσπίσει νόμο με βάση τον οποίο τιμωρούσε όλους εκείνους που δεν ασκούσαν ένα οποιοδήποτε επάγγελμα. Η εργασία όμως ήταν και έμεινε για τους αριστοκράτες κάτι το υποτιμητικό που κατά τη γνώμη τους ταίριαζε σε μη ελεύθερους ανθρώπους. Αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Ξενοφώντας, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης θεωρούν τους τεχνίτες (δημιουργούς) -κι ανάμεσα στους δημιουργούς συμπεριλαμβάνονται επαγγέλματα όπως του γιατρού- πολίτες δευτέρας τάξεως. Η στάση τους αυτή οφείλεται τόσο στην αριστοκρατική τους τοποθέτηση και την αντιπάθειά τους -μεγαλύτερη για τον Ξενοφώντα και Πλάτωνα και μικρότερη για τον Αριστοτέλη- προς την Αθηναϊκή Δημοκρατία όσο και στο γεγονός ότι η βιοποριστική εργασία αποτελεί εμπόδιο για μια ζωή όπου θα υπήρχε άφθονος χρόνος για καλλιέργεια του πνεύματος και της αρετής. Σε γενικές γραμμές ακόμη και οι αριστοκρατικοί Αθηναίοι δε θεωρούν εξευτελιστική οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία αλλά εκείνη την εργασία που δημιουργεί σχέση εξάρτησης ανάμεσα στον εργαζόμενο και στο χρήστη του προϊόντος που παράγει· το να δουλεύει κανείς π.χ. στα κτήματά του δε θεωρείται υποτιμητικό, το να εργάζεται όμως έναντι μισθού, αυτό το θεωρούσαν υποτιμητικό. Βέβαια οι περισσότεροι Αθηναίοι αναγκάζονταν να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα. Οι περισσότεροι ήσαν γεωργοί, που συχνά έρχονταν οι ίδιοι ή και οι γυναίκες τους στην αγορά για να πουλήσουν τα προϊόντα τους. Πέρα όμως από τους αγρότες υπήρχαν και πάμπολλοι άλλοι που ασκούσαν μια τέχνη ή ήσαν έμποροι. Γύρω από την αγορά υπήρχαν πάμπολλα εργαστήρια και μαγαζιά. Μέσα στην αγορά υπήρχαν πολλοί πάγκοι μικροπωλητών. Φαίνεται μάλιστα ότι αυτοί οι πάγκοι βρίσκονταν ομαδοποιημένοι στην αγορά: αλλού ήταν τα ψαράδικα (οἱ ἰχθύες), αλλού τα τυριά (τυρός) κ.ο.κ. Μάλιστα η καθεμία από αυτές τις περιοχές ήταν και το στέκι κάποιας ομάδας πολιτών μια συγκεκριμένη μέρα κάθε μήνα. Έτσι τυρός ήταν το στέκι των Πλαταιέων, όπως μας πληροφορεί ο Λυσίας. Μερικοί από τους πιο γνωστούς επαγγελματίες στην αγορά ήταν οι κουρείς, οι ιχθυοπώλες, οι κάπηλοι, οι αγγειοπλάστες, οι σιδηρουργοί, οι σκυτοτόμοι (υποδηματοποιοί) κ.ά.
ΙΧΘΥΟΠΩΛΕΣ:
Τα ψάρια ήταν πολύ αγαπητά στους Αθηναίους. Τα παστά ψάρια πρέπει να ήταν πολύ φτηνά, όπως καταλαβαίνουμε από μια κωμωδία του Αριστοφάνη, τα φρέσκα όμως πρέπει να ήσαν πολύ ακριβά. Οι ιχθυοπώλες ήταν ένα από τα αγαπημένα πρόσωπα των αρχαίων κωμικών16. Τους παρίσταναν σαν υπερόπτες, που σπάνια καταδέχονταν να σου μιλήσουν κι όταν το έκαναν, απαντούσαν παραλείποντας την πρώτη συλλαβή από κάθε λέξη. "Πόσο κάνουν τα ψάρια;" "'Χτώ 'βολούς" απαντούσαν (αντί "Οχτώ οβολούς"). Όχι μόνο αυτό αλλά -καθώς λένε πάντα οι κωμωδιογράφοι- τα ψάρια τα πουλούσαν πανάκριβα, έτσι που μόλις κάποιος αντίκριζε τις τιμές τους έμενε κυριολεκτικά άγαλμα, σα να είχε δει μπροστά του τη Γοργώ που η θέα της και μόνο μετέτρεπε σε άγαλμα τους θνητούς. Στους λογαριασμούς τους δεν ήταν και πολύ τίμιοι και κλέβανε στα ρέστα. Βέβαια μέλημά τους ήταν να πουλήσουν όλα τα εμπορεύματά τους, διότι υπήρχε κίνδυνος να χαλάσουν. Στην Αθήνα υπήρχε νόμος που απαγόρευε στους ιχθυοπώλες να βρέχουν τα ψάρια, έτσι ώστε να μην μπορούν να παρουσιάζουν τα μπαγιάτικα ψάρια για φρέσκα. Για την πιστή εφαρμογή του νόμου και την τιμωρία των παρανομούντων φρόντιζαν οι αγορανόμοι που ελέγχανε την αγορά (πέντε για την Αθήνα και πέντε για τον Πειραιά). Συχνά όμως κάποιοι κατόρθωναν και παραβίαζαν -έξυπνα- το νόμο: έτσι, όπως διαβάζουμε σε απόσπασμα κωμωδίας του Ξέναρχου17- ένας ιχθυοπώλης σκηνοθέτησε έναν ολόκληρο καβγά κοντά στον πάγκο του και προσποιήθηκε ότι λιποθύμησε· κάποιος φώναξε να του ρίξουν νερό κι ένας άλλος ιχθυοπώλης πήρε μια κανάτα νερό και την έχυσε όχι βέβαια τόσο στο συνάδελφό του που είχε "λιποθυμήσει" αλλά στα ψάρια. Ο αγορανόμος που έσπευσε στα ψαράδικα δεν μπορούσε βέβαια να κατηγορήσει τον ψαρά επειδή έβρεξε τα ψάρια!
ΚΟΥΡΕΙΣ:
Οι κουρείς θεωρούνταν ανέκαθεν φλύαροι και ακριτόμυθοι, όπως διαβάζουμε στον Πλούταρχο. Και φαίνεται ότι αυτό ήταν χαρακτηριστικό όλων των Ελλήνων κουρέων: κάποτε ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχέλαος πήγε να κουρευτεί κι όταν τον ρώτησε ο κουρέας: "Πώς να σε κουρέψω;", ο Αρχέλαος απάντησε: "Σιωπηρά!" Στα κουρεία άλλωστε μαζευόντουσαν πολλοί Αθηναίοι όχι μόνο για να κουρευτούν αλλά και για να δουν τους φίλους τους και να συζητήσουν τα σημαντικά και ασήμαντα ζητήματα που τους απασχολούσαν. Κουρέας ήταν ο πρώτος που πληροφορήθηκε τη σικελική καταστροφή και μάλιστα παραλίγο να την πληρώσει γι' αυτό, διότι θεωρήθηκε ότι ενέσπειρε ψευδείς ειδήσεις με σκοπό την κάμψη του ηθικού των Αθηναίων20. Φαίνεται ότι και οι ξένοι κατάσκοποι στα κουρεία σύχναζαν προκειμένου να ακούσουν κάποιες πληροφορίες σχετικά με την Αθήνα: ο Πλούταρχος21 αναφέρει ότι κατάσκοποι του Σύλλα, του Ρωμαίου στρατηγού που πολιορκούσε την πόλη το 86 π.Χ. άκουσαν σε ένα κουρείο κάποιους Αθηναίους να συζητούν για τα αφύλακτα σημαία του τείχους της Αθήνας, μεταφέρανε την πληροφορία στο Σύλλα που την εκμεταλλεύθηκε κατάλληλα και κατάλαβε την πόλη.
Οι Αθηναίοι φρόντιζαν τα μαλλιά τους, που τα είχανε συχνά μακριά, και συχνά τα βάφανε, αν ήταν λευκά. Δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Μετά το κούρεμα συνήθιζαν να κοιτάνε στον καθρέφτη να περνάνε με το χέρι τους το κεφάλι για να ελέγξουν αν ο κουρέας έκανε καλά τη δουλειά του.

ΚΑΠΗΛΕΙΑ:
Στην αγορά αλλά και στους γύρω χώρους υπήρχαν ασφαλώς καπηλειά , όπου όμως σύχναζαν κυρίως Αθηναίοι που δεν ανήκαν στις υψηλές εισοδηματικές τάξεις ή στην αριστοκρατία. Έτσι ο Ισοκράτης23, ο ρητοροδιδάσκαλος του 4ου αιώνα π.Χ., που ήταν άκρως συντηρητικών απόψεων, γράφει στον Αρεοπαγιτικό του, ασφαλώς μέ μεγάλη δόση υπερβολής, ότι παλιότερα ακόμη και ένας δούλος ντρεπότανε να πάει σε καπηλειό. Αλλά και ο ρήτορας Υπερείδης24 του 4ου αι. π.Χ. σε ένα λόγο του αναφέρει πως οι Αρεοπαγίτες είχαν εμποδίσει κάποιον να ανέβει στον Άρειο Πάγο γιατί είχε φάει σε καπηλειό.
  
ΛΑΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ