Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Η Φιλοσοφία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην προκλασική περίοδο του 6ου π.Χ. αιώνα. Αυτό έγινε πρώτα στη Μικρά Ασία –στις αποικίες της Ιωνίας– και
μετά στην ελληνική Κάτω Ιταλία. Οι πρώτες σχολές είναι τα κοινά ενδιαφέροντα των Ελλήνων για έρευνα και συζήτηση και στις σχολές αυτές κυριαρχούσε
ο προφορικός λόγος. Βιβλία δεν υπάρχουν, αλλά η πνευματική έρευνα δίνει τη δυνατότητα για διδασκαλία.

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ;

Την ίδια εποχή στην Αθήνα έχουμε τη βασική εκπαίδευση όπου διδάσκονται τα γράμματα, η μουσική και η γυμναστική.
Η φιλοσοφική έρευνα και η ρητορική καλλιεργούνται στα συμπόσια, στο θέατρο και στα πολιτικά σώματα όπως η Εκκλησία του Δήμου.
Μετά τους Περσικούς Πολέμους αναδιοργανώνεται η πολιτική ζωή του τόπου και γίνεται μία αναβάθμιση της εκπαίδευσης
με την επιθυμία για ανώτερη μόρφωση. Εδώ ακριβώς παρουσιάζονται οι σοφιστές και ο φιλόσοφος Σωκράτης. Η ανώτερη αυτή
μόρφωση ξαναπερνά μέσα από τη Φιλοσοφία και τη Ρητορική. Στο νέο αυτό καθεστώς η διδασκαλία γίνεται με αμοιβή και τώρα οι
φιλόσοφοι, οι ρήτορες και οι σοφιστές χρεώνουν δίδακτρα. Έτσι σε όλες τις σχολές γίνονται ανακατατάξεις και βελτιώνονται τα
«προγράμματα σπουδών» που θα λέγαμε σήμερα. Σε όλα τα μαθήματα ο διάλογος έχει πρωτεύοντα ρόλο και η χρήση μιας καλλιεργημένης
ελληνικής γλώσσας ανεβάζουν το επίπεδο των σχολών αυτών.

ΓΝΩΣΤΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
Αναξαγόρας
Αναξίμανδρος
Αναξιμένης
Εμπεδοκλής
Ζήνων ο Ελεάτης
Ηράκλειτος
Θαλής
Μέλισσος ο Σάμιος
Ξενοφάνης
Παρμενίδης
Πυθαγόρας

Λευτέρης Σ. Άλεξ Μ.

ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ:ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ:ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ


Κρόνια(Μήνας Εκατομβαιών)
Στην Αθήνα ο εορτασμός γινόταν προς τιμή του Κρόνου και της Ρέας και διαρκούσε μια ημέρα. Η ημέρα αυτή ήταν αργία, αφού οι δημόσιες εργασίες (ή οι δημόσιες υπηρεσίες όπως θα λέγαμε σήμερα) παρέμεναν κλειστές και η βουλή δεν συνεδρίαζε. Στο Κρόνιον Ιερό, στον Ιλισό, κοντά στο Ναό του Ολυμπίου Διός, τελούνταν οι ευχαριστήριες θυσίες για το τέλος της συγκομιδής. Σύμφωνα με τον Φιλόχορο ο βωμός αυτός είχε χτιστεί από τον Κέκροπα, ο οποίος και όρισε ότι κάθε νοικοκυριό θα έπρεπε να προσφέρει θυσία στον Κρόνο στο τέλος της συγκομιδής των δημητριακών και των καρπών των δέντρων. Όρισε δε ότι, αυτή την ημέρα, οι δούλοι θα έπρεπε να κάθονται στο ίδιο τραπέζι με το αφεντικό ως αποζημίωση για τον τόσο κόπο που έκαναν στην συγκομιδή της σοδειάς. Η γιορτή δεν περιελάμβανε αιματηρές θυσίες, ούτε και την σφαγή ζώων. Γίνονταν όμως προσφορά άρτου και φρούτων. Είχε γενικά εξοχικό και αγροτικό χαρακτήρα. Ο Lucius Accius αναφέρει ότι γινόντουσαν στους αγρούς, ενώ ο Φολόχορος αναφέρει μόνο την εξοχή της Αττικής χωρίς ποτέ να αναφέρει την πόλη των Αθηνών.
Συνοίκια(Μήνας Εκατομβαιών)
Τα Συνοίκια, που λέγονταν και «Συνοικέσια» εορτάζονταν στις 16 του Εκατομβαιώνα, όπως μας μαρτυράει ένας σχολιαστής. Κατά την διάρκεια της γιορτής γινόταν αναίμακτη θυσία ενός μοσχαριού για την Ειρήνη. Η γιορτή γινόταν στο βόρειο τμήμα της Ακρόπολης, εκεί που ήταν το πολύ παλιό Πρυτανείο. Κατά την διάρκεια της γιορτής αυτής, γινόταν μια τελετή στην οποία τιμούσαν την πρόεδρο του Πρυτανείου Εστία και αναφέρονταν οι τρεις τάξεις των πολιτών που εγκαθίδρυσε ο Θησέας και τα ονόματα των δώδεκα δήμων της Αττικής. Αναφερόταν επίσης το Πρυτανείο ως διοικητική υπηρεσία όλης της Αττικής. Κυρίως όμως τιμούσαν την θεά Αθηνά. Γινόταν πομπή από το παλιό Πρυτανείο ως το Πανδρόσιο, τον περίβολο του Ερεχθείου.
Παναθήναια(Μήνας Εκατομβαιών)
Τα Παναθήναια ήταν αρχαία ελληνική γιορτή των Αθηνών αφιερωμένη στη θεά Αθηνά η οποία λάμβανε χώρα στην πόλη κάθε τέσσερα χρόνια. Για τους πολίτες της Αθήνας ήταν το σημαντικότερο γεγονός του χρόνου. Χωριζόταν στα Μικρά και στα Μεγάλα Παναθήναια. Η λέξη Παναθήναια σημαίνει «γιορτή για όλους τους Αθηναίους», δηλαδή για όλους τους κατοίκους της Αττικής. Αρχικά ήταν μηνιαία θυσία που γινόταν στα τέλη του κάθε μήνα προς τιμή της Αθηνάς και του Εριχθόνιου που μετατράπηκε αργότερα σε τελετή με εορταστικό χαρακτήρα. Ιδρυτής των μεγάλων Παναθηναίων είναι ο Πεισίστρατος.Από επιγραφές που έχουν διασωθεί ξέρουμε ότι τα μεγάλα Παναθήναια γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια και συγκεκριμένα έχουμε αναφορές για τα έτη 410/9 π.Χ. (έτος του Γλαύκιπου, 346/5 π.Χ. (το έτος του Αρχία και 338/7 π.Χ. (έτος του Χαίροντα. Ακολουθούσαν λοιπόν την τετραετή περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων και συγκεκριμένα γίνονταν το τρίτο έτος. Λίγο πριν από την ανατολή του ήλιου γινόταν η «Πομπή των πέπλων». Επίσης στα μεγάλα Παναθήναια γίνονταν αθλητικοί και μουσικοί αγώνες με απονομή βραβείων. Το πρώτο βραβείο τραγουδιού με συνοδεία κιθάρας ήταν ένα χρυσό στεφάνι με σχήμα φύλων δάφνης αξίας 1000 δραχμών που συνοδευόταν με αμοιβή 500 δραχμών σε μετρητά. Τα υπόλοιπα βραβεία ήταν αξίας 1200, 600, 400 και 300 δραχμών αντιστοίχως. Τα δύο πρώτα βραβεία για τραγούδι με συνοδεία αυλού ήταν 300 και 100 δραχμές αντίστοιχα. Το πρώτο βραβείο για μουσική κιθάρας (χωρίς τραγούδι) ήταν χρυσό στεφάνι αξίας 500 δρχ. και 300 δρχ. μετρητά. Το είδος και η αξία του δεύτερου βραβείου δεν διασώζεται. Το τρίτο βραβείο ήταν 100 δρχ. μετρητά. Για μουσική αυλού (χωρίς τραγούδι) υπήρχαν επίσης δύο βραβεία. Το πρώτο ήταν ένα στεφάνι. Είναι φανερό ότι στον διαγωνισμό τραγουδιού και μουσικής μεγαλύτερη σημασία δινόταν στο τραγούδι και την κιθάρα. Οι καλλιτέχνες που παρουσίαζαν την τέχνη τους ήταν σολίστες που παρουσίαζαν αποσπάσματα αποκλειστικά από τα έργα του Ομήρου, ενώ μια μοναδική εξαίρεση αποτελούσε το κομμάτι «Περσείς» του Χοιρίλου στο οποίο εξυμνείτο η νίκη των Αθηναίων κατά των Περσών. Άλλα κείμενα δεν επιτρέπονταν. Εκτός από τον μουσικό διαγωνισμό γινόταν και μουσική «συναυλία», η οποία ήταν μουσική παράσταση χωρίς διαγωνισμό και στην οποία παίρναν μέρος δύο αυλιστές. Η συναυλία ήταν καινοτομία και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Παναθηναίων. Περί των γυμναστικών αγώνων έχουμε μια επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. που αναφέρει τα αγωνίσματα και τα έπαθλα, τα οποία τα μετρούσαν σε αμφορείς ελαιόλαδου. Πρόκειται για τους αγώνες της νεολαίας. Μέχρι την εποχή του Πινδάρου η νεολαία αγωνίζονταν σε μία ομάδα, τους «παίδες». Αργότερα όμως χωρίστηκε στους νεαρότερους «παίδες» και τους μεγαλύτερους «αγένειους».Οι αγώνες γυμναστικής διεξάγονταν μέχρι τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. στις Εχελίδες, έναν δήμο της Αττικής κοντά στον Πειραιά. Τον 4ο αι. π.Χ. μεταφέρθηκαν στον Ιλισό, όπου την εποχή του Λυκούργου κτίστηκε ένα στάδιον με κερκίδες για τους θεατές. Άλλοι, οι λεγόμενοι μικροί αγώνες διοργανώνονταν κάθε χρόνο και είχαν τελετουργικό χαρακτήρα. Αυτοί ήταν τα Πυρρίχια, τα ευάνδρια, ευόπλια και τα λάμπια. Τα πυρρίχια έγιναν μέρος των Παναθηναίων από τον 6ο αι. π.Χ. Ήταν αφιερωμένα στην Αθηνά και την νίκη των Ολυμπίων Θεών ενάντια στους Τιτάνες και τους Γίγαντες. Στην τελετή αυτή χορευόταν ο πυρρίχιος χορός που συνοδευόταν από τους ήχους του αυλού που έπαιζε το τραγούδι «ενόπλιος νόμος». Τα ευάνδρια και ευόπλια είχαν μεν πολεμική καταγωγή, ήταν όμως ένα είδος καλλιστείων στο οποίο έπαιρναν μέρος άνδρες με πολεμική στολή. Τα λάμπια ήταν γυμναστικοί αγώνες με χρήση δαυλού προς τιμή του Εριχθόνιου και του μύθου της γέννησής του. Μέρος των τελετών ήταν επίσης χορωδίες εφήβων και ανδρών που τραγουδούσαν το τραγούδι της Αθηνάς («Παλλάδα περσέπολιν κλήζω ...»)

                                   


Ηράκλεια εν Κυνοσάργει(Μήνας Μεταγειτνιών)
Η γιορτή των Ηράκλειων ήταν λοιπόν ένα εύθυμο και γλεντζέδικο έθιμο που συνδύαζε την λατρεία του ημίθεου Ηρακλή, του θεού Απόλλωνα, του Δία και της Αθηνάς με γερό φαγοπότι και θεαματικές αθλητικές επιδόσεις, ισάξιες των άθλων του ημίθεου ήρωα. Είχε μεγάλη δημοτικότητα. Ακόμα και ο Θεμιστοκλής και ο Δημοσθένης το είχαν επισκεφτεί. Οι Αθηναίοι, που θεωρούσαν την λατρεία του Ηρακλή ξενική τους ονόμαζαν «θιασώτες», δηλαδή λάτρες άλλων θεών. Οι γιορτές είχαν έναν κάποιο εύθυμο και γελωτοποιό χαρακτήρα. Ο Ηγήσανδρος μας αναφέρει, ότι ο Φίλιππος που αγαπούσε το καλό χιούμορ, έστειλε έναν δικό του, και έναντι πληρωμής ενός ταλάντου κατέγραψε τα αστεία που έλεγαν και τα έκανε συλλογή ανεκδότων.Τους αναφέρει και ο Αριστοφάνης στη «Διομειαλάξοντες» κωμωδία του.
Πανελλήνια(Μήνας Μεταγειτνιών)
Τα Πανελλήνια ήταν γιορτή στην αρχαία Αθήνα. Είναι γνωστή και ως ο «μέγας» ή «ιερώτατος» «αγών» του Πανελληνίου «των Αθηνών». Ιδρύθηκε με αίτηση του Αριστείδη το 479 π.Χ. εις τιμή και μνήμη της νικηφόρας μάχης κατά των Μήδων. Κάθε χρόνο συναθροίζονταν στις Πλαταιές αποσταλμένοι από όλη την Ελλάδα για να γιορτάσουν. Τον τέταρτο χρόνο όμως ο τόπος συνάντησης ήταν στην Αθήνα προς τιμή του «Ελευθέριου» Δία.
Ελευσίνια Μυστήρια(Μήνας Βοηδρομιών)
Τα Ελευσίνια ήταν γιορτή και μυστηριακή τελετή που πραγματοποιούνταν στην Ελευσίνα της Αττικής προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης. Κατά κοινή παραδοχή, επρόκειτο για την ιερότερη και πιο σεβαστή τελετή από όλες τις γιορτές της αρχαίας Ελλάδας.  Άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη κατά τον καιρό του Πεισίστρατου και έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους κατά το χρυσό Αιώνα του Περικλή. Τα Μικρά Ελευσίνια αποτελούσαν "προετοιμασία" για τα Μεγάλα Μυστήρια. Πραγματοποιούνταν κατά το μήνα Ανθεστηριώνα και ήταν προς τιμήν της Περσεφόνης. Ενώ αρχικά απαγορευόταν η συμμετοχή στους μη Αθηναίους, αργότερα αναφέρεται από τον Ηρόδοτο πως όλοι οι Έλληνες μπορούσαν να λάβουν μέρος στη μύηση, ενώ αλλού αναφέρεται ότι απαγορευόταν στους εγκληματίες, τους βαρβάρους, τους μάγους και τους άθεους. Οι μύσται, όπως λέγονταν, γίνονταν δεκτοί στα Μεγάλα Μυστήρια τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την αρχική τους μύηση. Οι τελετές του πρώτου σταδίου μύησης περιλάμβαναν τη θυσία ενός χοίρου στο λιμένα του Κανθάρου, θυσία κοινή με τα Θεσμοφόρια, πάλι προς τιμήν της Δήμητρας, και τον εξαγνισμό από έναν ιερέα με το όνομα Υδρανός. Οι μύστες έπρεπε επίσης να πάρουν όρκο εχεμύθειας από το μυσταγωγό. Δέχονταν κάποια διδασκαλία, που τους επέτρεπε αργότερα να αντιληφθούν τα μυστήρια στα Μεγάλα Ελευσίνια.Τα Μεγάλα Ελευσίνια εορτάζονταν κατά τη 15η ημέρα του μήνα Βοηδρομιώνα και κρατούσαν εννέα ημέρες. Οι συμμετέχοντες αποκαλούνταν επόπται ή έφυροι. Την προηγουμένη της γιορτής, οι έφηβοι της πόλης υποδέχονταν τα Ιερά Αντικείμενα, τα οποία δε φανερώνονταν σε κανέναν παρά μόνο από τους Ιεροφάντες στους Μύστες, από την Ελευσίνα στο Ελευσίνιον, ιερό στη βάση της Ακρόπολης.Την πρώτη ημέρα, όσοι είχαν μυηθεί στα Μικρά Ελευσίνια συγκεντρώνονταν στην Ποικίλη Στοά της Αρχαίας Αγοράς μετά από πρόσκληση των ιερέων, εξ ου και η ημέρα ονομαζόταν αγυρμός και πρόρρησις. Η συμμετοχή στη γιορτή δεν προϋπέθετε τη μύηση, γι' αυτό και η γιορτή προσείλκυε ανθρώπους από ολόκληρη την Ελλάδα που συνέρρεαν στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα. Η δεύτερη ημέρα, που ήταν αφιερωμένη σε καθαρμούς, ονομαζόταν Άλαδε Μύσται, μάλλον από τη φράση με την οποία καλούνταν οι συμμετέχοντες. Οι μύστες πορεύονταν σε πομπή προς τη θάλασσα, όπου περνούσαν από εξαγνισμό. Τελούνταν υπό την προεδρία του Βασιλέως, ενός των αρχόντων της αρχαίας Αθήνας και τεσσάρων άλλων που εκλέγονταν από τον δήμο των Αθηναίων. Η διαδικασία προσομοιάζει αρκετά με τη σύγχρονη χριστιανική τελετή των Θεοφανείων. Για την τρίτη ημέρα λίγα είναι γνωστά. Από τον Κλήμη της Αλεξάνδρειας μαθαίνουμε ότι ήταν ημέρα νηστείας κι ότι το απόγευμα λάμβανε χώρα γεύμα από άρτους φτιαγμένους από μέλι και σουσάμι. Δεν είναι σίγουρο αν υπήρχαν θυσίες ή όχι, πάντως υπήρχαν προσφορές ψαριών και άρτων από κριθάρι που φύτρωνε στο Ράριο Πεδίο, οι οποίες γίνονταν στο όνομα της Άχθειας Δήμητρας. Ωστόσο, αυτή η προσφορά ίσως γινόταν παράλληλα με την καλάθο κάθοδον, κατά την οποία μεταφερόταν από βόδια ένα καλάθι γεμάτο παπαρούνες και ρόδια, που σχετίζονταν με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη αντίστοιχα. Η τέταρτη ημέρα, που αποκαλούνταν Επιδαύρια, ήταν πρόσθετη για όσους είχαν προσέλθει καθυστερημένα. Λέγεται ότι προστέθηκε στον αρχικό αριθμό των ημερών, όταν ο Ασκληπιός ήρθε να πάρει μέρος στη μύηση από την Επίδαυρο, αλλά καθυστέρησε μια μέρα και οι Αθηναίοι πρόσθεσαν άλλη μια μέρα στη γιορτή για να μην τον δυσαρεστήσουν. Την πέμπτη ημέρα, που αποκαλούνταν η των λαμπάδων ημέρα, οι μύστες με επικεφαλής τον δαδούχο κατευθύνονταν με πυρσούς στο ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, όπου και παρέμεναν για όλη τη νύχτα. Η πομπή αυτή συμβόλιζε την περιπλάνηση της θεάς για να βρει την κόρη της. Την έκτη ημέρα, που ονομάζεται Ίακχον και θεωρείται η ιερότερη, το άγαλμα του Ίακχου, γιου της Περσεφόνης και του Χθόνιου Δία, στολισμένο με μυρτιές και με ένα δαυλό στο χέρι του, μεταφερόταν από το ναό του Ίακχου με φωνές και τραγούδια κατά μήκος της Ιεράς Οδού, που συνέδεε τον Κεραμεικό με το Θριάσιο Πεδίο. Κατά την πορεία αυτή ακούγονταν κατά το έθιμο οι «γεφυρισμοί», χοντροκομμένα αστεία, στη γέφυρα του Κηφισού. Τα σκώμματα αυτά ήταν συμβολικά και αναφέρονταν στην Ιάμβη της Ελευσίνας, η οποία με τα αστεία της κατάφερε να κάνει τη Δήμητρα να γελάσει, όταν θλιμμένη έψαχνε την κόρη της. Την πομπή ακολουθούσε μεγάλο πλήθος συμμετεχόντων και θεατών, το οποίο, κατά τον Ηρόδοτο, έφτανε τους 30.000 κατά μήκος της Ιεράς Οδού. Τη νύχτα, οι μύστες παρέμεναν στην Ελευσίνα, ενώ οι υπόλοιποι, επισκέπτες και αμύητοι, διώχνονταν από έναν κήρυκα. Πιστεύεται ότι οι μύστες έπιναν τον κυκεώνα στο αποκορύφωμα των Μυστηρίων για να σπάσουν την ιερή αποχή από το φαγητό και το ποτό, ο οποίος αποτελούνταν κυρίως από νερό, κριθάρι και βότανα. Επαναλάμβαναν τον όρο εχεμύθειας των Μικρών Ελευσινίων, περνούσαν από νέο εξαγνισμό και οδηγούνταν από το μυσταγωγό στο Τελεστήριον. Φαίνεται πως η τελετή χωριζόταν σε τρία τμήματα: τα δρώμενα, κατά τα οποία γινόταν αναπαράσταση της ιστορίας της Δήμητρας και της Περσεφόνης, καθώς και της αρπαγής της τελευταίας από τον Άδη και της περιπλάνησης της μητέρας της για να τη βρει, τα δεικνύμενα, όπου ο Ιεροφάντης έμπαινε στο Ιερό και έβγαινε λίγο αργότερα με τα Ιερά αντικείμενα των δυο θεοτήτων, τα οποία πρόβαλλε στους μυημένους, και τα λεγόμενα, συμβολικές φράσεις των μυστών. Ακολουθούσε ο ύψιστος βαθμός μύησης με την ονομασία εποπτεία. Κεντρικό σύμβολο της εποπτείας ήταν ένα στάχυ, το οποίο φυλασσόταν στο άδυτο του Τελεστηρίου και αφού θεριζόταν τελετουργικά από τον ιεροφάντη, επιδεικνυόταν στους πιστούς ως σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης της Μητέρας Γης. Κατά την έβδομη και όγδοη ημέρα, οι μυημένοι επέστρεφαν στην Αθήνα. Η ένατη και τελευταία ημέρα ονομαζόταν πλημοχόαι, που ήταν ένα είδος αγγείου. Δυο τέτοια αγγεία γεμίζονταν με νερό ή κρασί από τους μύστες, τα ανύψωναν και έπειτα προσέφεραν χοές προς την ανατολή και τη δύση προφέροντας μυστικές φράσεις.

                                                      
                      


Οσχοφόρια(Μήνας Πυανοψιών)
Μια από τις γιορτές στην αρχαία Αθήνα ήταν τα Οσχοφόρια (ή Ωσχοφόρια), που εορτάζονταν τις πρώτες ημέρες του μήνα Πυανοψίονα (δηλαδή στα τέλη του Οκτωβρίου) και αφού είχε ολοκληρωθεί ο τρύγος. Η γιορτή αυτή πήρε το όνομά της από τον Όσχο (ή όσχη ή ώσχη) (όπως ονομαζόταν το κλαδί αμπελιού που είχε επάνω του σταφύλια). Στα Οσχοφόρια μια πομπή στην οποία επικεφαλής ήταν δύο ευγενείς νέοι, που φορούσαν μακρό ιερατικό χιτώνα και κρατούσαν όσχους, κατευθυνόταν, ψέλνοντας τα ωσχοφορικά μέλη, από το εν Λίμναις ιερό του Διονύσου στο ιερό της Αθηνάς Σκιράδος (θεότητα της βλάστησης), στο Φάληρο. Τους όσχους, που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν στη γιορτή, τους μάζευαν όταν τελείωνε ο τρύγος και τους συγκέντρωναν στο εν λόγω ιερό του Διονύσου.
Θεσμοφορία(Μήνας Πυανοψιών)
Η Θεσμοφορία ή τα Θεσμοφόρια ήταν τοπικό γιορταστικό τριήμερο στην αρχαία Αθήνα που αποτελείτο από τις επί μέρους γιορτές Άνοδος, Νηστεία και Καλλιγένεια. Εκτός από την Αθήνα γιορτάζονταν και στο Άργος, την Τροιζήνα, Πελλήνη, Αίγινα, Ερέτρια στη Δήλο, αλλά και στην Σικελία και σε άλλες Ελληνικές αποικίες. Ήταν εορτή κατεξοχήν των γυναικών. Στους άνδρες απαγορευόταν η είσοδος στους ναούς. Η γιορτή διοργανόνονταν ακριβώς την ίδια μέρα με την εορτή του θάνατου του Όσιρη στην Αίγυπτο, δηλαδή την φθινοπωρινή ισημερία. Διαρκούσε τέσσερις ημέρες, από την 9η μέχρι την 13η, ή από την 10η μέχρι 14η Πυανεψιώνος. Η πρώτη μέρα ονομάζονταν Στηνία, σε ανάμνηση της άφιξης της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Οι επόμενες τρεις μέρες ήταν της τελετής, και ονομάζονταν Κάδοδος, Νηστεία και Καλλιγένεια.



Χαλκεια(Μήνας Ποσειδεών)
Τα Χαλκεία (πρώην Εργάνεια) ήταν αρχαία εορτή των Αθηναίων. Γιορτάζονταν τη τελευταία μέρα του μήνα Πυανεψιώνος αρχικά απ΄ όλο τον αθηναϊκό λαό προς τιμή της θεάς Αθηνάς της λεγόμενης "Εργάνης", και για τον λόγο αυτό η ίδια εορτή λεγόταν και "Αθήναια" ή "Πάνδημος εορτή". Αργότερα (4ος αιώνας π.Χ.) τα Χαλκεία εορτάζονταν μόνο από τους χειρώνακτες και ειδικότερα από τους χαλκέους (τους σιδηρουργούς) προς τιμή του θεού Ηφαίστου όπου και εξ αυτού επικράτησε με το όνομα Χαλκεία. Πιθανότατα κατά αυτή την ημέρα ξεκινούσαν οι Αρρηφόροι να υφαίνουν το ιερό πέπλο της θεάς Αθηνάς για τα Αρρηφόρια. Ο Μένανδρος ο Κηφισιεύς παρέλαβε όλο το υλικό από την εορτή αυτή για τη δημιουργία της ομώνυμης κωμωδίας του τα "Χαλκεία". Δεν θα πρέπει επίσης να προκαλεί εντύπωση ότι ακόμη και σήμερα κοντά στο Ναό του Ηφαίστου (στο Θησείο) υφίστανται πολλά καταστήματα κυρίως εμπορίου σιδήρου.

                 


Διονύσια τα επί των Λιναίων(Μήνας Γαμηλιών)
Τα Λήναια ήταν αρχαία Ελληνική εορτή προς τιμήν του Διονύσου η οποία ελάμβανε χώρα στην αρχαία Αθήνα κατά το μήνα Γαμηλιώνα 12 εως και 15η μεσούντος του μηνός (Γενάρη-Φλεβάρη) υπό την ευθύνη του αρμοδίου για τα θρησκευτικά ζητήματα άρχοντα βασιλιά . 'Ηταν παλαιότατη νυκτερινή εορτή γι αυτό και ήταν υπό την ευθύνη του αρμοδίου για τα θρησκευτικά ζητήματα άρχοντα Βασιλιά ενώ για τα Διονύσια ο ρχων πώνυμος. Το κοινό των Ληναίων ήταν αποκλειστικά αθηναϊκό, ενώ των Διονυσίων ήταν πανελλήνιο, αφού τον Ελαφηβολιώνα ήταν πια ξανά εφικτή η ναυσιπλοΐα. Οι χορηγοί των Διονυσίων ήταν υποχρεωτικά Αθηναίοι πολίτες, ενώ στα Λήναια χορηγοί μπορούσαν να ήταν και μέτοικοι. Στα Διονύσια παρουσιάζονταν 10 κύκλιοι χοροί ανδρών, 10 αγοριών, 3 τραγικές τετραλογίες και 5 κωμωδίες —τρεις σε κάποιες περιπτώσεις κατά τα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στα Λήναια παρουσιάζονταν 2 τραγικές διλογίες (δεν υπήρχε δηλαδή σατυρικό δράμα) και πέντε κωμωδίες. Στα Λήναια, δηλαδή, κυριαρχούσε και ποσοτικά και ποιοτικά η κωμωδία. Οι σημαντικότεροι τραγικοί ποιητές δεν εμφανίζονταν συχνά. Ως θρησκευτική γιορτή τα Λήναια ήταν πολύ αρχαιότερα των Διονυσίων. Οι θεατρικοί αγώνες όμως,τουλάχιστον οι αγώνες τραγωδίας, εισάγονται στα Λήναια μόλις τη δεκαετία του 440-430 .Ο αγώνας τραγικών υποκριτών εισάγεται στα Διονύσια το 447 π.Χ., ενώ στα Λήναια τη δεκαετία 440-430. Χώρος των εορτών θεωρείται σωστά απο τον Ησύχιο το ιερό του θεού στην Αγορά. Εξ αυτής της εορτής πήρε το όνομά του και ο μήνας Ληναιών, που διατηρήθηκε έτσι σε άλλες ιωνικές πόλεις. Μετά τα μέσα του 4ου αι, ανετέθη στους επιστατες των Ελευσινιων μυστηρίων να βοηθούν στην διοργάνωση. Αυτο φαινεται απο το ότι στους θεατρικούς διαγωνισμούς , ο Δαδούχος κρατωντας εναν δαυλό, κραυγάζει προς το κοινό : «Κλείτε τον Θεόν»!  Το κοινό κραυγαζει με την σειρα του : «Σεμέλι΄ Ίακχε πλουτοδότα». Ο Ίακχος ειναι θεοτητα των κραυγών που λόγω του συνειρμου του ονόματος, ενσωματώθηκε στον Βάκχο .Απο την άλλη , ο Ελευσινιακής προέλευσης χαρακτηρισμός πλουτοδότης ειναι και επίθετο της Δήμητρας. Κατά τη διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων αρχικά παρουσιάζονταν μόνο κωμωδίες. Απ΄τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. υπάρχουν μαρτυρίες για διαγωνισμό ηθοποιών. Περίπου στα 432 π.Χ. όμως ξεκίνησε και επίσημος αγώνας τραγωδίας με την παρουσίαση δύο τραγωδιών από κάθε ποιητή. Χώρος των εορτών θεωρείται το ιερό του θεού στις Λίμνες, άλλες πηγές όμως το τοποθετούν στην Αγορά. Ετυμολογικά η ονομασία των εορτών αποδίδεται είτε στις γυναίκες που ορμούν σα "Λήναι" (μαινάδες) είτε στη λέξη ληνός (πατητήρι). Εξ αυτής της εορτής πήρε το όνομά του και ο μήνας Ληναιών, που διατηρήθηκε έτσι σε άλλες ιωνικές πόλεις.

                             
Ανθεστήρια(Μήνας Ανθεστηριών)
Μεγάλη Αρχαία Ελληνική ετήσια εορτή προς τιμήν του Θεού Διονύσου, τελούμενη στην Αττική και σε πολλές Ιωνικές πόλεις. Τα Ανθεστήρια φέρονται επίσης με τη γενικότερη ονομασία «Διονύσια». Ο εορτασμός τους στην Αρχαία Αθήνα τελούνταν την 11η ως και την 13η του μηνός Ανθεστηριώνος. Η πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια». Ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι την ημέρα αυτή ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων λεγόταν «Χόες», από το ομώνυμο οινοδοχείο και η τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομάζονταν «Χύτροι», επειδή την ημέρα προσφέρονταν αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών. Επίσης, την τρίτη και τελευταία ημέρα εορτάζονταν τα Υδροφόρια προς τιμήν όσων χάθηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Στην Αρχαία Αθήνα όποτε γινόταν η εορτή αυτή κάθε χρόνο, οι Αθηναίοι δοκίμαζαν το νέο κρασί μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής χαράς. Στους νεώτερους χρόνους θαυμαστή γιορτή των λουλουδιών γίνονταν στην Κηφισιά όπου και κατακλύζονταν από τους Αθηναίους διάρκειας μιας εβδομάδας.
Διάσια(Μήνας Ανθεστηριών)
Τα Διάσια ήταν αρχαία γιορτή των Αθηναίων προς τιμήν του Μειλίχιου Δία, χθόνιας θεότητας με τη μορφή φιδιού που προστάτευε τις οικίες των κατοίκων. Η γιορτή τελούνταν δέκα μέρες μετά τα Ανθεστήρια, στις 23 του μήνα Ανθεστηριώνα, στο ναό του Ολύμπιου Δία στον Ιλισό, έξω από τα τείχη της πόλης. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, οι πλουσιότερες οικογένειες παλαιότερα συνήθιζαν να θυσιάζουν χοιρίδια, ενώ στον απλό λαό γίνονταν αναίμακτες θυσίες με εξιλαστήριο χαρακτήρα και προσφορές προϊόντων. Επίσης ψάλλονταν ύμνοι και τελούνταν ιππικοί αγώνες. Ο χαρακτήρας της θα πρέπει να μεταβλήθηκε από τον αρχικό της εορτασμό, καθώς στις Νεφέλες του Αριστοφάνη αναφέρεται σαν πανηγυρική γιορτή. Όταν ο Κύλων θέλησε να αντιταχθεί στην εφαρμογή της Δρακόντειας νομοθεσίας, πήρε χρησμό από το Μαντείο των Δελφών που τον συμβούλευε: "εν τού Διός τή μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων ακρόπολιν". Ο Κύλων θεώρησε ότι ήταν τα Ολύμπια, οπότε κατέλαβε την ακρόπολη μαζί με τους οπαδούς του, οι οποίοι ωστόσο εξαπατήθηκαν και δολοφονήθηκαν μέσα σε ιερό χώρο, κάτι που έγινε γνωστό ως Κυλώνειο Άγος. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, ο χρησμός αναφερόταν στη γιορτή των Διασίων, όταν όλοι οι Αθηναίοι βρίσκονταν εκτός των τειχών της πόλης.

Μεγάλα Διονύσια(Μήνας Ελαφηβολιών)
Τα Μεγάλα ή εν άστει Διονύσια ήταν αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Διονύσου του Ελευθερέα. Θεσμοθετήθηκαν από τον Πεισίστρατο. Ήταν μία πολυήμερη, ανοιξιάτικη γιορτή που διαρκούσε από τις 8 έως τις 13 του μηνός Ελαφηβολιώνος και άρχιζαν να γιορτάζονται στην Αθήνα από τα μέσα του 6ου αιώνα όταν ο τύραννος Πεισίστρατος εισήγαγε στο άστυ, από την κώμη των Ελευθερών, τη λατρεία του Ελευθερέως Διονύσου. Την 1η μέρα, εκτός από μια θυσία στον Ασκληπιό, το τέμενος του οποίου βρισκόταν πλάι σε αυτό του Διονύσου, στη νότια πλαγιά της ακρόπολης, γινόταν επίσης η μεταφορά του ξόανου του θεού από το τέμενος αυτό σε ένα μικρό ναό της Ακαδημίας. Αυθημερόν γινόταν και προάγωνας, με τον οποίο δινόταν στο κοινό μια συνοπτική ιδέα των δραματικών παραστάσεων που θα παρουσιάζονταν. Την επόμενη μέρα, μια μεγάλη εύθυμη πομπή μετέφερε μέσω του Κεραμεικού το ξόανο από την Ακαδημία στο ιερό του θεού, σε ανάμνηση της παλιάς μεταφοράς του από την κώμη των Ελευθερών. Συμμετείχαν ομάδες ανδρών και παιδιών που έψαλλαν διθυράμβους, νέοι που οδηγούσαν ταύρους για θυσία στο Θεό αλλά και νέες που κουβαλούσαν κάνιστρα με τα απαραίτητα σκεύη. Το απόγευμα και το βράδυ οι πολίτες γύριζαν στην πόλη χορεύοντας. Την 3η μέρα ξεκινούσαν οι δραματικοί αγώνες, στους οποίους ήταν αφιερωμένες και οι υπόλοιπες μέρες της γιορτής. Οι τραγωδίες παρουσιάζονταν από την 11η μέχρι και τη 13η ημέρα του Ελαφηβολιώνα (Μάρτιος/Απρίλιος). Είναι επίσης γνωστό ότι από το το 486 π.Χ. κατά τη διάρκεια των εορτών παρουσιάζονταν κωμωδίες. Ο διαγωνισμός τραγικών ηθοποιών τοποθετείται χρονικά στα 449 ενώ των κωμικών πολύ αργότερα (329-312). Εκτιμάται ότι την επόμενη μέρα των Διονυσίων λάμβανε χώρα συνέλευση απολογισμού των Διονυσίων, ενώ πηγές αναφέρουν και την τέλεση της γιορτής των Πανδίων.


Πάνδια(Μήνας Ελαφηβολιών)
Τα Πάνδια ή Πάνδεια ήταν αρχαία γιορτή στην Αθήνα κατά το μήνα Ελαφηβολιώνα, προς τιμήν του Πανδίου Δία και της Πανδίας, κόρης του Ουρανού και της Σελήνης. Η ίδρυση της γιορτής αποδίδεται στον Πανδίονα, βασιλιά της Αθήνας και ηγέτη της Πανδιονίδος φυλής. Ο εορτασμός των Πανδίων λάμβανε χώρα μετά τα Μεγάλα Διονύσια, οπότε υπολογίζεται ότι ήταν η 14η μέρα του Ελαφηβολιώνος. Ωστόσο, σε διαφορετικές πηγές αναφέρεται ως ημέρα τέλεσης η επομένη από τη τη σύγκληση των πρυτάνεων στο θέατρο του Διονύσου ή ανήμερα της πανσελήνου της Εαρινής Ισημερίας. Δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες για τη γιορτή, πέραν του προβληματισμού των αρχαίων μελετητών για τη σημασία του ονόματός της. Μόνο μια περιοχή, η Πλώθεια, φαίνεται να συμμετείχε στη γιορτή, και όχι άλλες κοινότητες της Αττικής. Μια υπόθεση είναι ότι ήταν πάνδημη γιορτή πολιτικού χαρακτήρα προς τιμήν του Δία, παρόμοια με τα Παναθήναια, η οποία, μετά την ανάπτυξη των τελευταίων, έχασε τον αρχικό της χαρακτήρα και έγινε ελάσσονος σημασίας γιορτή, συνοδευτική των Μεγάλων Διονυσίων.


Μουνίχια(Μήνας Μουνιχιών)
Τα Μουνίχια ήταν αρχαία σπουδαία ετήσια εορτή που γινόταν προς τιμή της Μουνιχίας Αρτέμιδος ο ιερός ναός της οποίας βρίσκονταν στον ομώνυμο λόφο της Μουνιχίας στον Πειραιά. Κατά τον Πλούταρχο οι αρχαίοι Αθηναίοι και Πειραιώτες εόρταζαν τη Μουνιχία Άρτεμη στις 16 του Μουνιχιώνα, που συμπίπτει με τη σύγχρονη 1η Απριλίου. Κατά τον Σουίδα φαίνεται πως η εορτή αυτή προήλθε από τον μυθικό ήρωα Μούνιχο και γιορτάζονταν από τους προϊστορικούς χρόνους. Αργότερα οι εορτές της Μουνιχίας Αρτέμιδας ενώθηκαν με τις επίσης ετήσιες εορτές των «επινίκιων» της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Κατά την ημέρα της εορτής προσφέρονταν ιδιαίτερα γλυκίσματα τα λεγόμενα «αμφιφώνες» (που θυμίζουν λίγο την μετέπειτα αρτοκλασία των χριστιανών). Στη συνέχεια ακολουθούσαν ναυτικοί αγώνες, λεμβοδρομίες, και επίδειξη των «ιερών πλοίων» στον ομώνυμο λιμένα Μουνιχίας (σαν κάτι με τις σύγχρονες εορτές της Ναυτικής Εβδομάδας). Από τον Πειραιά η εορτή των Μουνιχίων μεταφέρθηκε και σε άλλες πόλεις της αρχαιότητας όπως στη Σικυώνα και σε πόλεις της Ιωνίας.
Θαργήλια(Μήνας Θαργηλιών)
Τα Θαργήλια ήταν η γενέθλια γιορτή του Απόλλωνα που τελούνταν έν άστει στην Αρχαία Αθήνα κατά τη εβδόμη (ζ΄) ημέρα του μήνα Θαργιλιώνα (16 Μαΐου- 15 Ιουνίου), εποχή ωρίμανσης των καρπών. Κατά τους γραμματικούς: «Θαργήλια εισί πάντες οι από γης καρποί». Κατά την προηγούμενη ημέρα τελούνταν η γιορτή της γενέθλιας ημέρας της Δήμητρας και οι θυσίες προσφέρονταν σ΄ αυτήν και τη Χλόη. Και οι δύο αυτές γιορτές ήταν ήταν ημέρες εξαγνίσεως και καθαρισμού. Σε ανάμνηση του ανθρώπινου φόρου των παιδιών στην Κρήτη στέλνονταν στη Δήλο η ιερά τριήρης που έφερνε στον Απόλλωνα το φόρο της λατρείας των Αθηναίων. Πανηγυρίζονταν επίσης τα Θαργήλια και στις αποικίες των Αθηναίων και ιδιαίτερα στην από τους Ίωνες οικισθείσα Μασσαλία.
Διιπόλεια(Μήνας Σκιροφοριών)
Τα Διιπόλεια ήταν αρχαία γιορτή των Αθηναίων στην οποία τιμώμενη θεότητα ήταν ο Δίας Πολιεύς. Η γιορτή πραγματοποιούνταν δυο μέρες μετά τα Σκιροφόρια, στις 14 του μήνα Σκιροφοριώνα. Η γιορτή ονομάζεται και Βουφόνια, η οποία τελούνταν ξεχωριστά σε άλλες ελληνικές πόλεις κατά την αρχαιότητα. Σύμφωνα με την παράδοση, την εποχή του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα, γιορτάζονταν τα Διονύσια και κάποιο βόδι έφαγε τον παραδοσιακό πόποινο και ένας ιερέας το σκότωσε κι έπειτα δραπέτευσε από την πόλη. Επειδή όμως τότε απαγορεύονταν οι θυσίες ζώων, έψαξαν να βρουν το δράστη, απουσία του οποίου τελικά καταδίκασαν τον πέλεκυ που έκανε το φόνο. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, θυσιαζόταν ένα βόδι στο ιερό του Δία στην ακρόπολη της πόλης και αφιέρωναν πελάνους, ψωμί μικτό από σιτάρι και κριθάρι. Όταν μαζεύονταν οι υπόλοιποι ιερείς για να βρουν αυτόν που έκανε τη θυσία, εκείνος έλειπε κι έτσι καταδίκαζαν τον πέλεκυ και το έριχναν στη θάλασσα.

Σκιροφόρια(Μήνας Σκιροφοριών)

Τα Σκιροφόρια ή Σκιραφόρια ή Σκίρα ήταν μια γιορτή στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν της Αθηνάς Σκιράδος, του Φυταλμίου Ποσειδώνα, καθώς και των Ελευσινίων Δήμητρας και Κόρης. Πραγματοποιούνταν στο τέλος του έτους κατά το αττικό ημερολόγιο, τη δωδέκατη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, δυο μέρες πριν από τα Διιπόλεια (Μάιος-Ιούνιος). Επρόκειτο για μια γιορτή με αρχαίες ρίζες και ήταν καθαρά γυναικεία, όπως φαίνεται από τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, αλλά και στις Εκκλησιάζουσες το σχέδιο των γυναικών για την επανάστασή τους απεικονίζεται με φόντο τη γιορτή αυτή.Η γιορτή διαρκούσε μια ημέρα, κατά την οποία οι γυναίκες έφευγαν από τις οικίες τους και κατασκήνωναν κοντά στο ιερό. Απαγορευόταν η σεξουαλική επαφή, γιατί πίστευαν ότι ενισχύει τη μετέπειτα γονιμότητα, γι' αυτό και οι γυναίκες έτρωγαν σκόρδο για να απομακρύνουν τους συζύγους τους.Την πομπή από την Ακρόπολη ως το ιερό της Αθηνάς οδηγούσε η πρωθιέρεια της θεάς και ο ιερέας του Ποσειδώνα, οι οποίοι προέρχονταν από το ιερατικό γένος των Ετεοβουτάδων. Μεταφερόταν το σκιάδειον, το οποίο προστάτευε τους αγρούς και την πόλη από το θερινό καύσωνα και εξασφάλιζε έτσι την ευφορία της γης τους επόμενους μήνες, καθώς επίσης και το κώδιον, δέρμα μαύρου προβάτου που είχε θυσιαστεί στο Μειλίχιο Δία. Στο Σκίρον εκτός από το ιερό της Σκιράδος Αθηνάς υπήρχε και ένα προς τιμήν της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Λεπτομέρειες για την τελετή που γινόταν στο ιερό δεν έχουν διασωθεί. Ωστόσο, καθώς αναφέρεται από πηγές ότι τελούνταν όργωμα εκεί, τα Σκιροφόρια σχετίζονταν μάλλον με τη συγκομιδή και τη γονιμότητα της γης, και κατ' επέκτασιν των γυναικών.Έτσι, τα Σκιροφόρια συνδέονται και με τη θεά Δήμητρα και έχουν σχέση επίσης με τα Θεσμοφόρια και τα Αρρηφόρια, των οποίων οι τελετές έμοιαζαν μεταξύ τους και πολλές φορές συγχέονταν.Κατά τη διάρκεια της γιορτής λάμβανε χώρα αγώνας δρόμου, κατά τον οποίο οι νέοι της πόλης έφεραν κλαδιά από αμπέλια από το ιερό του Διονύσου στο ιερό της Αθηνάς Σκιράδος. Το έπαθλο για το νικητή ήταν ο πεντάπλοας, ένα ποτό που φτιαχνόταν από κρασί, μέλι, τυρί, αλεύρι και ελαιόλαδο.

Αγγελική Σ., Δήμητρα Π.
Η Εκκλησία του Δήμου

Η Εκκλησία του Δήμου ήταν η κύρια δημοκρατική συνέλευση στην αρχαία Αθήνα, και πραγματοποιούνταν στο λόφο της Πνύκας, στην Αγορά ή στο Θέατρο του Διονύσου. 
Η συνέλευση ήταν ανοιχτή σε όλους τους άρρενες πολίτες (που είχαν πολιτικά δικαιώματα) με ηλικία μεγαλύτερη των 18 ετών, και καθιερώθηκε από τον Σόλωνα το 594 π.Χ..
 Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. έως και 43.000 Αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν στη διαδικασία των αποφάσεων της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Έπειτα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο
 όμως έχασε παροδικά τη δύναμή της. Την περίοδο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, για να διευκολύνονται όσοι δεν ήταν αρκετά εύποροι ώστε να μπορούν να ξοδέψουν ένα
 μέρος του χρόνου τους μακρυά από το σπίτι και τη δουλειά τους, θεσπίστηκε μισθοφορικοί για τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου (1 οβολός περί τα 400 π.Χ. από τον Αγύρριο,
 και 3 οβολοί το 392 π.Χ.)


Η παρρησία[
Η Αρχαία Αθήνα εξασφάλιζε την ισότητα του λόγου, παρέχοντας το δικαίωμα της δημόσιας ομιλίας. Η επιθυμία των πολιτών δεν εναρμονιζόταν με τις ρητορικές ικανότητες, 
εξ ου και η αποκλειστική άσκηση του δικαιώματος από τους επιφανείς πολίτες. Η πλήρης ελευθερία του λόγου μεταφραζόταν ως κοινωνική αρετή, δηλαδή ειλικρίνεια και ως 
πολιτικό εργαλείο, δηλαδή σθεναρή έκφραση της γνώμης. Οι αποδοκιμασίες του ρήτορα προέρχονταν από πολιτικά ρεύματα διχογνωμίας, τα οποία εξέφραζαν τους κοινωνικούς 
συναισθηματισμούς. Κατά τον Αριστοφάνη, η στρατηγική των « δημοκολάκων » αποσκοπούσε στην απόκρυψη της πολιτειακής ακμής, αναδεικνύοντας τον ωφελιμισμό. Η επιτυχία της 
επιστημονικής υπόδειξης καθοριζόταν από:

α) το δίκαιον

β) το νόμιμον

γ) το συμφέρον

δ) το δυνατόν

ε) το καλόν

στ) το ευχάριστον

Λευτέρης Σ. Αλέξανδρος Μ.


Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Ρήτορες

Στην αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία, κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να διατυπώνει την πολιτική του άποψη -να εισηγείται
στον Δήμο πολιτικές προτάσεις και να ψηφίζει υπέρ ή κατά των προτάσεων που συζητούνταν. Όλοι οι πολίτες που παρίσταντο
στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου ψήφιζαν. Όμως, αντίθετα από ότι ίσως νομίζουμε, λίγοι ήταν εκείνοι που εισηγούνταν 
πολιτικές προτάσεις. Η συμμετοχή στις δημόσιες συζητήσεις εξαρτιόταν από την ικανότητα καθενός να συλλαμβάνει και να διατυπώνει 
ιδέες, τη γνώση του θέματος που συζητιόταν κάθε φορά, την ευγλωττία του, αλλά και την αυτοπεποίθησή του μπροστά στο κοινό.
Λευτέρης Σ. Αλέξανδρος Μ.

Λατρευτικοί Χώροι Της Αρχαίας Αθήνας





 Στην Αρχαία Αθήνα υπήρχαν μερικοί από τους σημαντικότερους  λατρευτικούς χώρους της Αρχαίας Ελλάδας . Ο σημαντικότερος λατρευτικός χώρος ήταν η Ακρόπολη στον οποίο λατρευόταν η θεά Αθηνά . Πολύ σημαντικός λατρευτικός χώρος ήταν το Σούνιο, αφιερωμένος στον θεό Ποσειδώνα. Στην Ελευσίνα λατρευόταν η θεά Δήμητρα. Στην ανατολική Αττική υπήρχαν άλλοι τρεις σημαντικοί λατρευτικοί χώροι. Η Βραυρώνα στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου της Αραφήνος , που ήταν λατρευτικός χώρος της Άρτεμης, ο Ραμνούντας , στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου του Μαραθώνα, όπου λατρευόταν η θεά Νέμεση και το Αμφιαράειο στα σύνορα με την Βοιωτία, σημαντικό μαντείο αφιερωμένο τον μυθικό ήρωα Αμφιάραο.
       ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
Το θέατρο του Διονύσου είναι ο σημαντικότερος γνωστός υπαίθριος θεατρικός χώρος στην αρχαία Αθήνα. Αποτελούσε μέρος του ιερού του Ελευθερέως Διονύσου που βρισκόταν στις νοτιοανατολικές παρυφές της Ακρόπολης και υπήρξε ο βασικός τόπος παράστασης του αττικού δράματος, αφού φιλοξενούσε τα Μεγάλα Διονύσια, τη μεγαλύτερη θεατρική γιορτή της πόλης των Αθηνών.


Η Αρχιτεκτονική του Θεάτρου

Το θέατρο ήταν αρχικά μόνο ένα μέρος του περιβόλου ή τεμένους του Διονύσου. Ο περίβολος περιείχε τον αρχαιότερο ναό του Διονύσου και έναν θυσιαστικό βωμό. Αργότερα προστέθηκε μια αίθουσα ή στοά εξαλείφοντας τον παλαιότερο ναό και χτίστηκε ένας δεύτερος ναός επεκτείνοντας νότια τα όρια του περίβολου.







Η χωρητικότητα του θεάτρου υπολογίζεται σε 15.000 περίπου θεατές που κατανέμονταν σε κερκίδες. Η απόσταση της πρώτης σειράς από την τελευταία εκτιμάται γύρω στα 80 μέτρα, ενώ από τους ηθοποιούς γύρω στα 12 μέτρα.
Λευτέρης Σ. Αλέξανδρος Μ.


ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ




Οι άνθρωποι πριν γίνουν δούλοι ζούσαν τις ζωές τους όπως ήθελαν εκείνοι, αφού όμως γίνουν δούλοι ήταν υπό την κατοχή κάποιου άλλου ανθρώπου. Δεν μπορούσε όμως ένας δούλος να αποκτήσει έναν άλλο.  Μπορούσαν να αλλάξουν ιδιοκτήτη, όχι με την θέλησή τους όμως, μόνο να πουληθούν και να αγοραστούν. Οι δούλοι προέρχονταν, το μεγαλύτερο ποσοστό τουλάχιστον, από πολέμους. Όποια πόλη νικούσε θα έπαιρνε ως δούλους τους αιχμαλώτους οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι άντρες, γυναίκες ακόμα και παιδιά  Οι δούλοι μπορούσαν να αγοραστούν από δουλοπάζαρα. Η τιμή της πώλησης των δούλων ήταν διαφορετική, αφού επηρεάζονταν από την ηλικία το φύλο, την καταγωγή και τις σωματικές ή τις πνευματικές ικανότητες του κάθε δούλου. Οι δούλοι, τότε, μπορούσαν να ανταλλαχτούν με χρήματα και με αλάτι, αυτοί που ανταλλάσσονταν με χρήματα ονομάζονταν «αργυρώνητοι» ενώ αυτοί που ανταλλάσσονταν με αλάτι ονομάζονταν «αλώνητοι». Τα παιδιά που ήταν μορφωμένα ανταλλάσσονταν για εβδομήντα δραχμές ενώ τα αμόρφωτα για πενήντα. Σε αντίθεση με τους άνδρες τα παιδιά ήταν «φθηνά» εκατόν-τριάντα με εκατόν-πενήντα δραχμές, αφού οι άντρες κόστιζαν διακόσιες δραχμές. Οι κάτοχοι των δούλων που είχαν αποκτήσει  από τον πόλεμο είχαν το δικαίωμα να τους πουλήσουν ή ακόμα και να τους κρατήσουν. Επίσης ένας ιδιοκτήτης δούλου μπορεί να έχει στην κατοχή του περισσότερους από έναν δούλο όπως για παράδειγμα ο Λυσίας και ο αδερφός του που είχαν στην κατοχή τους εκατόν είκοσι δούλους αφού είχαν μια βιοτεχνία στην οποία κατασκεύαζαν ασπίδες. Στην Αρχαία Αθήνα οι δούλοι αποτελούσαν την κατώτερη τάξη, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν δεν είχαν κανένα δικαίωμα εκτός από αυτό της ζωής, δηλαδή όποιος σκότωνε έναν δούλο τιμωρούνταν από το τότε δικαστήριο των Εφετών . Παρ’ όλα αυτά ο κάτοχος ενός δούλου είχε το δικαίωμα να τον βασανίσει και να τον κακομεταχειρίζεται. Σχετικά με όλους τους πολίτες που κατοικούσαν στην Αθήνα είτε αυτοί ήταν Αθηναίοι πολίτες ή μέτοικοι ή ακόμα και δούλοι η εμφάνιση τους δεν διέφερε ιδιαίτερα. Αυτό αποδεικνύει ότι σε αρκετά στάδια οι δούλοι δεν ήταν κατώτεροι παρά μόνο ίσοι με τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις.  Οι μισθοφορούντες δούλοι ή αλλιώς χωρίς οικούντες μπορούσαν εφόσον μάζευαν ένα αρκετά ικανοποιητικό ποσό να αποκτήσουν την ελευθερία τους και να γίνουν όπως ήταν πριν γίνουν δούλοι δηλαδή με τα δικαιώματά τους και φυσικά τις υποχρεώσεις τους. Αυτός δεν ήταν ο μόνος τρόπος για να αποκτήσουν οι δούλοι κάποια παραπάνω δικαιώματα. Άλλος ένας τρόπος είναι όταν μία δούλα κέρδιζε τον σεβασμό λόγο της συμπεριφοράς της αλλά και της εργατικότητάς της έπαιρνε τον τίτλο «γριά-οικονόμος» και με αυτόν τον τίτλο απαλλασσόταν από κάποιες αρμοδιότητες που τις είχαν δοθεί οι οποίες αρμοδιότητες μοιράζονταν σε άλλες δούλες και δούλους. Βέβαια σύμφωνα με τον Ξενοφώντα όποιες δούλες ήταν καλές στις δουλειές τους φρόντιζαν για τον καλλωπισμό της ιδιοκτήτριάς τους έτσι κέρδιζαν περισσότερο σεβασμό και καλύτερη μεταχείριση φυσικά. Ένας άλλος «νόμος» ήταν ότι από τα χρήματα που κέρδιζαν έπρεπε να παραχωρήσουν ένα μέρος του ποσού αυτού στους ιδιοκτήτες τους. Αυτή η γενική ελευθερία σύμφερε και τους υπόλοιπους Αθηναίους, γιατί κέρδιζαν περισσότερο χρήματα τα οποία πήγαιναν στο κράτος.  Οι μισθοφορούντες δούλοι ή χωρίς οικούντες είναι μία από τις τρεις κατηγορίες δούλων. Οι άλλες δύο είναι οι εξής: οι δημόσιοι και οι ιδιωτικοί. Πιο αναλυτικά: οι δημόσιοι δούλοι ήταν αυτοί που άνηκαν στο κράτος και δούλευαν ως γραφείς και κλητήρες σε κρατικές υπηρεσίες, ως εργάτες σε δημόσια οικοδομικά έργα όπως επίσης και στο νομισματοκοπείο και επίσης δούλευαν ως αστυνόμοι, οδοκαθαριστές ακόμα και σε ναυπηγία. Αρκετές είναι οι φορές που αμείβονταν για κάποια εργασία τους. Αρκετά παράξενο φαντάζει το γεγονός ότι τριακόσιοι τοξότες ονομαζόμενοι «Σκύθες» ήταν δημόσιοι δούλοι οι οποίοι είχαν σαν κύρια αρμοδιότητα την απομάκρυνση τον ανθρώπων που δεν ήθελαν να συμμετέχουν στην εκκλησία του Δήμου. Αυτό το κατάφερναν τραβώντας τους με ένα σκοινί, το οποίο είχε κόκκινο χρώμα, από την μία άκρη της αγοράς στην άλλη. Στην τρίτη κατηγορία βρίσκονται οι ιδιωτικοί δούλοι. Οι ιδιωτικοί δούλοι είναι οι απλοί δούλοι που ξέρουμε αυτοί δηλαδή που μπορούσαν να εργαστούν για τον κάθε πολίτη και να πραγματοποιήσουν δουλειές στην περιουσία του καθενός. Δηλαδή εκτός από την δουλειά στο σπίτι κάνουν και δουλειές π.χ. σε χωράφια, σε εργαστήρια, σε λατομεία, στα ορυχεία του Λαυρίου κ.α. Ο αριθμός των θανάτων των δούλων ήταν αρκετά μεγάλος όταν αναγκάζονταν να δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες επιβίωσης. Τέλος μερικοί ιδιωτικοί δούλοι μπορούν να μένουν και να εργάζονται μακριά από τον ιδιοκτήτη τους. Αυτό γίνονταν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις θα έπρεπε δηλαδή ο δούλος να εμπνέει εμπιστοσύνη σε αυτόν που τον έχει με λίγα λόγια στο αφεντικό του. Η ζωές των δούλων ήταν πιο ευχάριστες ή πιο δυσάρεστες, αντίστοιχα, ανάλογα με το τι δουλειά έκαναν, για παράδειγμα οι δούλοι που δούλευαν στα ορυχεία μπορούσαν να πεθάνουν λόγο της εξαθλίωσης στην οποία ζούσαν, παρόμοια ήταν και η ζωή στα χωράφια αφού ούτε κι εκεί δεν υπήρχε σεβασμός για τόσο εργατικά άτομα. Αντιθέτως ο γραφέας ο νοσοκόμος και ο τεχνίτης είχαν αρκετή ελευθερία ή τουλάχιστον τους φέρονταν καλύτερα. Όταν κάποιος δούλος ήταν πολύ κουρασμένος και δεν του άρεσε γενικά η μεταχείρισή του από το αφεντικό του τότε πήγαινε στο Θησείο ή ακόμα και στον βωμό των Ευμενίδων για να ζητήσει να απαλλαγεί από τον ιδιοκτήτη του και να πουληθεί σε άλλον. Πολύ σπάνια στρατολογούσαν δούλους όπως έγινε στην μάχη του Μαραθώνα και στην ναυμαχία της Σαλαμίνας.  Ο πληθυσμός τους, εκείνη την εποχή, άγγιζε τους εκατό χιλιάδες αν και υποστηρίζεται ότι υπήρξαν πολλοί περισσότεροι! Περίεργο φαίνεται ότι παρόλο που ο δούλος ήταν ένας ζωντανός οργανισμός δεν καταγραφόταν στα μητρώα αλλά στους περιουσιακούς καταλόγους. Αυτό μείωνε την αξία του. Βέβαια δεν ήταν το μόνο που μείωνε τις αξίες τους. Σε διάφορες κωμωδίες γελοιοποιούνταν οι δούλοι που φοβόντουσαν τους βασανισμούς από τα αφεντικά τους.